Ο ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ πνευματικότατο βιβλίο του Πνευματικὰ Γυμνάσματα (Μελέτη ΙΔ΄) ἀναπτύσσει μὲ πολλὰ ἐπιχειρήματα πόσο μεγάλη ζημιὰ προξενοῦν τὰ λεγόμεναἐλαφρὰ ἢ μικρὰ ἢ συγγνωστὰ ἁμαρτήματα.

Δυστυχῶς πολλοὶ ἄνθρωποι, ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος, μὲ ἐλαφρὰ συνείδηση δικαιολογοῦν πολλὲς παρεκκλίσεις τους ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, λέγοντας, δὲν εἶναι τίποτε ποὺ εἶπα ἕνα μικρὸ ψεματάκι, δὲν εἶναι τίποτε…, ποὺ ἀστειεύθηκα, ποὺ κάπνισα, ποὺ θύμωσα, ποὺ εἶπα πειρακτικοὺς λόγους εἰς βάρος τοῦ ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔφαγα περισσότερο ἀπ’ ὅσο χρειαζόταν καὶ παραγέμισα τὸ στομάχι μου.

Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς βεβαιώνει ρητῶς ὅτι καὶ γιὰ τοὺς ἀργοὺς λόγους θὰ δώσουμε λόγο στὸ Θεό (βλ. Ματθ. ιβ΄ 36)· καὶ γιὰ τὴν ἐμπεπλησμένη γαστέρα καὶ γιὰ τοὺς γέλωτες θὰ δώσουμε λόγο στὸ Θεό (βλ. Λουκ. ς΄ 25).

Ἂν ποῦμε λόγου ψέματα, μεγάλα, ἁμαρτάνουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μικρὰ ὀνομάζονται χάριν διακρίσεως, γιὰ νὰ ξεχωρίζουν ἀπὸ τὰ θανάσιμα. Μιὰ λίμνη ὀνομάζεται μικρή, ὅταν συγκρίνεται μὲ τὸν ὠκεανό. Ἀλλὰ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν δὲν εἶναι μικρή.

Ἔχει χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια κυβικὰ νεροῦ. Ἄρα ὅλα τὰ ἁμαρτήματα ἔχουν τὸ βάρος τους, εἴτε μικρὰ ὀνομάζονται εἴτε μεγάλα. Μᾶς ζημιώνουν λοιπὸν καὶ τὰ λεγόμενα ἐλαφρὰ ἢ μικρὰ ἁμαρτήματα.

Πρωτίστως διότι ἀσχημίζουν τὴν ψυχή, τὴ στεροῦν ἀπὸ τὴν ἀφθονία τῆς θείας Χάριτος, ψυχραίνουν τὴ θερμότητα τῆς ἀγάπης της πρὸς τὸν Θεό, ἐξασθενίζουν τὶς νοερὲς δυνάμεις της, ἀδυνατίζουν τὶς καλὲς συνήθειές της, μειώνουν χάριν ψέματα εἴτε μικρὰ εἶναι εἴτε τὸν ἐνθουσιασμὸ γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῆς εὐσεβείας, συνηθίζουν τὴ θέληση νὰ κλίνει μὲ εὐκολία πρὸς τὸ κακό, ξηραίνουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς.

Οἱ περισσότερες σωματικὲς ἀσθένειες δὲν ὁδηγοῦν ἀκαριαίως στὸν βιολογικὸ θάνατο. Στὴν ἀρχὴ προξενοῦν πονοκέφαλο, πυρετό, ἐξάντληση· σιγά- σιγὰ ὅμως φθείρουν τὴν ὑγεία μας. Ἔτσι καὶ τὰ ἐλαφρὰ ἁμαρτήματα δὲν ὁδηγοῦν ἀστραπιαίως στὸν πνευματικὸ θάνατο.

Στὴν ἀρχὴ προξενοῦν ὅλες τὶς παρενέργειες ποὺ προαναφέραμε, ἀλλὰ σιγά-σιγὰ ἐπι βαρύνουν τὴν ἀσθένεια τῆς ψυχῆς μας.

Ἐπίσης μᾶς ζημιώνουν τὰ ἐλαφρὰ ἁμαρτήματα, διότι ἀνοίγουν τὸν δρόμο πρὸς τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα. Ἐφόσον μᾶς σπρώχνουν συνεχῶς στὸν γκρεμό, κάποια στιγμή, χωρὶς κὰν νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, μᾶς ρίχνουν στὰ βάραθρά του.

Θεωροῦμε μικρὸ ἁμάρτημα, γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος, τὸ νὰ ἐπιθυμήσουμε «τὸ μάταιον κάλλος», ἀλλὰ ἂς μετρήσουμε πόσα κακὰ προέρχονται ἀπὸ αὐτό: Ὁλόκληρη ἁλυσίδα ἁμαρτημάτων ποὺ ἀκολουθοῦν τὸ ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὥσπου στὸ τέλος μᾶς ρίχνουν στὰ βάραθρα τῆς κολάσεως. Ὁ κατήφορος δὲν ἔχει σταματημό.

Βρισκόμαστε χαλαροὶ καὶ δὲν ἀντικρούουμε τὴν πρώτη προσβολή. Ἀλλὰ ἡ ὑποχώρηση αὐτὴ φέρνει καὶ δεύτερη καὶ τρίτη καὶ τέταρτη, ὥσπου στὸ τέλος μᾶς ὁδηγεῖ στὴ θανάσιμη ἁμαρτία. Ὁ κλέφτης ἀρχίζει νὰ κλέβει μικροποσὰ καὶ καταλήγει μεγαλοαπατεώνας.

Ἔτσι κι ἐμεῖς ἀρχίζουμε νὰ πέφτουμε στὰ ἐλαφρὰ καὶ καταλήγουμε νὰ πέφτουμε καὶ σὲ θανάσιμα ἁμαρτήματα. «Ὁ ἐξουθενῶν τὰ ὀλίγα κατὰ μικρὸν πεσεῖται» (Σοφ. Σειρ. ιθ΄ 1). Αὐτὸς ποὺ καταφρονεῖ τὰ μικρὰ ἁμαρτήματα πέφτει καὶ στὰ μεγάλα.

Μὴν ὑποτιμοῦμε τὴ ζημιὰ ποὺ προξενοῦν τὰ ἐλαφρὰ ἁμαρτήματα. Ὅπως μία ἀλεπού, ἂν μπεῖ στὸ ἀμπέλι τὸν καιρὸ ποὺ εἶναι ὥριμα τὰ σταφύλια, κάνει μεγάλη ζημιά, ἔτσι καὶ τὰ μικρὰ ἀλεπουδάκια της, ἂν μποῦν στὸ ἀμπέλι τὴν ἴδια ἐποχή, κάνουν ἐξίσου μεγάλη ζημιά. Ἀφανίζουν ἀμπελῶνες (βλ. ᾎσμ. β΄ 15).

Ἐπιπλέον μᾶς ζημιώνουν τὰ ἐλαφρὰ ἁμαρτήματα, διότι μᾶς αἰχμαλωτίζουν στὸν μισάνθρωπο διάβολο, ὅπως μᾶς αἰχμαλωτίζουν καὶ τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα.

Ἂς ὑποθέσουμε, προσθέτει ὁ ἅγιος Νικόδημος, ὅτι ἕνα λιοντάρι πιάνεται στὴν παγίδα ἀπὸ τὸ ἕνα πόδι του, καὶ ἄλλο λιοντάρι πιάνεται ἀπὸ τὰ τέσσερα.

Ἐφόσον καὶ τὰ δυὸ πιάνονται στὶς παγίδες, εἶναι ἐξίσου αἰχμάλωτα. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι μιὰ βάρκα βυθίζεται, ὅταν τὴ φορτώσουμε μὲ ἕναν πολὺ μεγάλο καὶ βαρὺ βράχο ποὺ δὲν ἀντέχει νὰ τὸν σηκώσει.

Ἐξίσου βυθίζεται, ἂν τὴ φορτώσουμε καὶ μὲ ἀμέτρητους κόκκους ἄμμου. Καὶ οἱ μικροσκοπικοὶ κόκκοι τῆς ἄμμου καὶ ὁ γιγαντιαῖος βράχος τὴν ἴδια ζημιὰ κάνουν.

Ἀπὸ τὶς θεοφώτιστες ἐπισημάνσεις τοῦ ἁγίου Νικοδήμου φαίνεται πολὺ καθαρὰ ὅτι καὶ τὰ ἐλαφρὰ ἁμαρτήματα προξενοῦν μεγάλη ζημιά, ὅπως καὶ τὰ θανάσιμα. Καὶ τὰ ἐλαφρὰ ἁμαρτήματα ὁδηγοῦν στὸν πνευματικὸ θάνατο, ὅπως καὶ τὰ θανάσιμα.

Νὰ μὴν ὑποχωροῦμε λοιπὸν στὸ κακό. Νὰ παρακαλοῦμε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ μᾶς δίνει τὴ χάρη Του νὰ μὴν κυριευθοῦμε ἀπὸ καμιὰ ἁμαρτία. «Μὴ κατακυριευσάτω μου πᾶσα ἀνομία» (Ψαλμ. ριη΄ 133). Νὰ μὴ γλιστροῦμε οὔτε στὰ ἐλαφρὰ οὔτε στὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα, ἀλλὰ νὰ βαδίζουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ «τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον» (Ρωμ. ιβ΄2).

Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”, Τεῦχος 2075

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ