Ὁ Χριστός μπόρεσε νά πεῖ στή χήρα «Μή κλαῖε» καί νά κλάψει γιά τόν θάνατο τοῦ φίλου του, ἀλλ’ ἀνέστησε μπροστά στά μάτια της τό παιδί της, ὅπως ἀνέστησε καί τόν Λάζαρο – κάτι πού ἐμεῖς δέν μποροῦμε νά κάνουμε.

Τό δικό μας «Μή κλαῖε» πρέπει νά εἶναι τά δικά μας εἰλικρινά δάκρυα· ὄχι τόσο γιά ’κείνους πού ἔφυγαν ὅσο γι’ αὐτούς πού ὑπολήφθηκαν καί πονᾶνε –γιά τή νεαρή χήρα, γιά τά ὀρφανά, γιά τή μητέρα, γιά τόν νέο πατέρα, γιά τόν ἀδελφό ἤ τήν ἀδελφή– γιά ὅσα δάκρυα δέν μποροῦν πιά ἄλλο αὐτοί νά χύσουν.

Τόν πόνο τοῦ ἄλλου δέν μπορεῖ κανείς νά τόν προσπεράσει, νά τόν ἀρνηθεῖ, νά τόν ὑπεραπλουστεύει, ἀλλ’ οὔτε τάχα καί νά τόν ἰδιοποιηθεῖ· τόν ἀναγνωρίζει μᾶλλον, καί τόν μετουσιώνει. Τότε μόνον τόν σέβεται καί τόν συμμερίζεται.

Απόσπασμα από το βιβλίο “Πού σου θάνατε το κέντρον;”
του Δανιήλ Σαχά
Εκδόσεις Επιστροφή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ