Σέ περιόδους μεγάλων κρίσεων στούς λαούς, ἡ κύρια ἐργασία τοῦ διανοούμενου ὀφείλει νά εἶναι ἡ ἀνάδειξη ἐκείνων τῶν στοιχείων τοῦ πολιτισμοῦ καί τῶν παραδόσεων πού μποροῦν νά βοηθήσουν στήν ἀνάταξη τῆς συλλογικῆς κατάθλιψης καί τήν ἀναζωπύρωση τῶν ἑστιῶν δημιουργικῆς δράσης.

Αὐτό ἀκριβῶς ἔκαναν αἴφνης ἄνθρωποι σάν τόν Χέγκελ ἤ τόν Γιάσπερς σέ ἀντίστοιχα πολύ δύσκολες στιγμές τοῦ ἔθνους τους. Ἄλλωστε τό νά κατηγορεῖ ἡ Ἰνδία τόν ἰνδουισμό ἤ τό Ἰράκ τόν μουσουλμανισμό γιά τίς κακοτυχίες τους, αὐτό μόνο σέ βαθύτερη παρακμή, λόγω ἀπελπισίας, θά μποροῦσε νά ὁδηγήσει.

Σέ στιγμές κρίσης, λοιπόν, ἀναζητοῦμε καταρχήν τά στοιχεῖα ἐκεῖνα πού ἐπιτρέπουν τήν ἀναγέννηση καί τήν ἐλπίδα. Ἄραγε αὐτό εἶναι πού κάνει ὁ Στέλιος Ράμφος μέ τό τελευταῖο του βιβλίο, ὅσο καί μέ τό μπαράζ τῶν συνεντεύξεων ποῦ ἀκολούθησε;

Στήν εἰκοσαετία πού διδάσκω στήν τριτοβάθμια θεολογική ἐκπαίδευση, στήν Ἑλλάδα καί στό ἐξωτερικό, ἔχω συναντήσει μόλις δύο ἤ τρεῖς ἀνθρώπους πού ἔχουν διαβάσει ὁλόκληρη τή Φιλοκαλία.

Τό βιβλίο αὐτό, πού δημιουργήθηκε ἀπό μοναχούς γιά μοναχούς, ἐκδόθηκε μετά τό ’60 στήν Ἑλλάδα καί διαβάστηκε γενικῶς ἐλάχιστα. Τό πρόβλημα ὡστόσο εἶναι πώς τό περιεχόμενό του ἐλάχιστα ταυτίζεται μέ αὐτό πού προτείνει ὁ Ράμφος.

Καταρχήν ἡ Φιλοκαλία δέν περιέχει μόνο μία ἀνθρωπολογία, ἀλλά σειρά ἀνθρωπολογιῶν, μέ σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, οἱ ὁποῖες ἀνταποκρίνονται στή μακρά ἐξέλιξη δεκατεσσάρων αἰώνων: εἶναι ἐντελῶς διαφορετική ἡ Πλατωνίζουσα καί καθαρά νοησιαρχική ἀνθρωπολογία καί γνωσιολογία τοῦ συγγραφέα τῶν ἀπόψεων τοῦ Ἀντωνίου ἤ τοῦ Εὐάγριου (Νεῖλος ὁ Ἀσκητής), ἀπό τή μυστηριοκεντρική ἀνθρωπολογία τοῦ Μάρκου τοῦ Ἀσκητῆ, ἤ τόν ἐσωτερισμό τοῦ Μακάριου, ἤ ἀκόμα, φυσικά, ἀπό τόν μοντέρνο ψυχοσωματικό ὁλισμό τοῦ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητῆ καί τήν ἱερή σωματοκεντρικότητα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ.

Εἶναι ἐντελῶς παράδοξη ἄλλωστε ἡ θέση τοῦ Ράμφου πώς ὁ ἀνατολικός χριστιανισμός δέν διαθέτει κἄν ἀνθρωπολογία: ἡ ἀπόλυτη ἰσότητα καί ἀκεραιότητα τῶν δύο φύσεων τοῦ Χριστοῦ στή Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, καθώς καί ὁ μακρύς ἀντί-μονοφυσιτικός ἀγώνας, πού κατέληξε στή λαμπρή διατύπωση τῆς ἀπόλυτης ἐλευθερίας τῆς ἀνθρώπινης βούλησης, γιά πρώτη φορά στήν Ἱστορία, στόν Μάξιμο τόν Ὁμολογητή καί τή Στ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐνάντια στήν παθητικότητα τῆς βουδιστικῆς Ἀνατολῆς, θά ἀρκοῦσαν γιά νά τό ἀποδείξουν αὐτό.

Ὑπάρχει μιὰ διαδικασία ὡρίμανσης τῆς ὀρθόδοξης ἀνθρωπολογίας, τῆς ὁποίας τά ἴχνη φαίνονται καί στή Φιλοκαλία καί πρός τήν ὁποία σήμερα στρέφεται τό ἐνδιαφέρον πολλῶν εἰδικῶν στή Δύση.

Πέραν αὐτῶν καμιά πρωτοκαθεδρία τοῦ αἰσθήματος δέν ἐπιτρέπει ἡ Φιλοκαλία. Τόσο τό αἴσθημα ὅσο καί ὁ νοῦς περιορίζονται, στή διαδικασία τῆς προσευχῆς, τόσο ὅσο χρειάζεται γιά νά ἀποφευχθεῖ ἡ πιθανή εἰδωλοποιητική τους λειτουργία – κυρίως μάλιστα τοῦ αἰσθήματος! Παραμένει βεβαίως παράδοξη ἡ θέση τοῦ Ράμφου πώς μηδενιστής εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰσθήματος• κατά τόν Χάϊντεγκερ (στό ἔργο του γιά τόν Νίτσε) αἰτία τοῦ μηδενισμοῦ εἶναι μᾶλλον, ἀντιθέτως, ἡ αὐτοτοποθέτηση τοῦ σκεπτόμενου ὑποκειμένου ὡς προϋπόθεση κάθε ἀντικειμενικῆς μεταφυσικῆς του Εἶναι – καί ἡ βούληση γιά δύναμη πού ἀκολουθεῖ.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ αἰσθήματος δέν εἶναι μηδενιστής, ἀντίθετα πιστεύει σέ ἀξίες. Γίνεται μηδενιστής ὅμως ὅταν γίνει φίλαυτος, ὅταν χάσει δηλαδή τήν κοινότητα. Ἀλλά αὐτός ὁ «θερμός» μηδενισμός θεραπεύεται μᾶλλον πιό εὔκολα ἀπό τόν «ψυχρό» μηδενισμό τοῦ λογικισμοῦ.

Τό μεγαλύτερο ὅμως σφάλμα εἶναι τό νά ταυτίζει κανείς τή Φιλοκαλία μέ τόν ὀρθόδοξο χριστιανισμό ἐν γένει, ἤ ἀκόμα μέ τόν τρόπο βίωσης τῆς εὐχαριστιακῆς κοινότητας ἀπό μέρους τῶν πιστῶν ἀνά τούς αἰῶνες. Ὑπάρχει σχέση ἀλλά ὄχι ταύτιση.

Πέραν αὐτοῦ, ἄλλωστε, γιά νά μείνουμε στό θέμα μας, ἡ Ἑλλάδα κατά τόν τελευταῖο αἰώνα ὑπέφερε πολύ περισσότερο ἀπό τόν ἠθικισμό, τόν εὐσεβισμό καί τόν νομικισμό πού ἔφεραν κάποιες ὀργανώσεις, παρά ἀπό τή Φιλοκαλία, πού ἀγνοεῖ ὅλα τά παραπάνω!

Ποιά εἶναι τά στοιχεῖα τῆς Φιλοκαλίας ὅμως πού θά μποροῦσαν νά βοηθήσουν μιὰ σύγχρονη ἀνθρωπολογία ἡ ὁποία θά μποροῦσε ἐπίσης νά ὁδηγήσει καί σέ ἱστορική ἀνάπτυξη;

Ἀναφέρω μερικά ἐπιγραμματικά: ἡ ἔμφασή της στήν ἀνάγκη ρεαλιστικῆς αὐτογνωσίας (κάτι στό ὁποῖο περιλαμβάνεται καί τό ἀσυνείδητο), ἡ ἔμφαση στήν ἀνάγκη κοινωνικοποίησης τοῦ φίλαυτου θελήματος, ὁ τελικός τονισμός τῆς ψυχοσωματικῆς ὑφῆς τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ ἀνάγκη ψυχοσωματικῆς μετοχῆς/συναλήθευσης τοῦ ἀνθρώπινου ὅλου, ἡ ἀποφασιστική συναίρεση ἀτομισμοῦ-κοινωνικότητας καί συν-εὐθύνης ὅλων γιά ὅλα καί ὅλους.

Δέν εἶναι καλύτερα νά ἀρχίσουμε νά συζητοῦμε αὐτά παρά ὁτιδήποτε ἄλλο;

Λουδοβῖκος Νικόλαος (Πρεσβύτερος)

(Ὁ π. Νικόλαος εἶναι ἀναπληρωτής καθηγητής στήν Ἀνώτατη Ἐκκλησιαστική Ἀκαδημία Θεσσαλονίκης, ἐπισκ. καθ. στό Ὀρθόδοξο Ἰνστιτοῦτο τοῦ Κέμπριτζ, ἐπίκ. καθ. στό Πάν/μιο Οὐαλίας)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ