Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ παθητικὸ σ’ αὐτὸ τὸ θρησκευτικὸ μυστικισμό. Ἡ ἀναζήτηση τοῦ Πνεύματος συνδέεται μὲ ἐργώδη προσπάθεια. Ἡ ραθυμία εἶναι φοβερὸ ἐλάττωμα καὶ τρομερὴ ἁμαρτία. Οὔτε ὑπάρχει ἐδῶ εἰσροὴ τοῦ πελαγιανισμοῦ.

Τὰ «καλὰ ἔργα» δὲν ἀποτελοῦν μέσο σωτηρίας, οὔτε ὑπάρχει τίποτε τὸ ἐπαινετικὸ σ’ αὐτά. Εἶναι μᾶλλον καρποὶ τῆς ὑπακοῆς καὶ τῆς ἀπόλυτης ἀφοσιώσεως στὸ θεῖο θέλημα. Ἀποτελοῦν καθῆκον κι ὄχι ἐπαινετικὸ στοιχεῖο.

Εἶναι μιὰ ἀνταπόκριση εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴ λυτρωτικὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ ζῶντα Θεοῦ, ποὺ ἀποκαλύφθηκαν καὶ ἐκχύθηκαν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρα ὅλων μας.

Ἡ ἀνατολικὴ ὀρθόδοξη πνευματικότητα δὲν παραδέχεται διακρίσεις. Προϋποθέτει μία τελικὴ ἰσότητα ὅλων τῶν πιοτῶν, ὅπως καὶ δὲν ὑπάρχει, παρὰ ἕνας ὅμοιος στόχος γιὰ ὅλους, μοναχούς, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ἡ προσωπικὴ κοινωνία μὲ τὸ Θεὸ διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι.

Κάποιος ξεκινᾶ, μελετώντας τὸ κείμενο τῶν διατεταγμένων προσευχῶν καὶ μετὰ προσπαθεῖ νὰ τὶς ἀπαγγείλει μπροστὰ στὸ Θεό, διαλογιζόμενος τὸ νόημα κάθε λέξης. Μετὰ θὰ ἔλθει κάποια μέρα, ποὺ τὸ ἴδιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ τὸν διακόψει στὸ μέσο καὶ θὰ προσεύχεται μέσα του «διὰ στεναγμῶν ἀλαλήτων».

Τότε ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ ἀφήσει τὰ λόγια. Νὰ ἀφουγκραστεῖ τὸ Πνεῦμα καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ ἀπ’ Αὐτό. Ὁ σκοπὸς τῆς προσωπικῆς λατρείας εἶναι νὰ ἐξαφανιστεῖ ἡ ἐγωιστικὴ ἀνθρώπινη προσωπικότητα καὶ νὰ γίνει κάποιος «δοχεῖον» τοῦ Πνεύματος.

Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἡ προσωπικότητα καταστρέφεται. Μᾶλλον ἀνυψώνεται σὲ πιὸ ψηλὸ ἐπίπεδο διὰ τῆς κοινωνίας μὲ τὴν τέλεια «προσωπικότητα» τοῦ Θεοῦ.

Νὰ μία ἀξιοθαύμαστη προσευχή, συνθεμένη ἀπὸ τὸ Μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετο (1782 -1867):

«Ὦ Κύριε, δὲν γνωρίζω τί νὰ σοῦ ζητήσω. Ἐσὺ μόνο γνωρίζεις τὶς πραγματικές μου ἀνάγκες.Ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἐγὼ γνωρίζω πῶς νὰ ἀγαπῶ. Βοήθησέ με νὰ δῶ τὶς πραγματικές μου ἀνάγκες, ποὺ κρύβονται ἀπὸ μένα.

Δὲν τολμῶ νὰ ζητήσω οὔτε σταυρό, οὔτε παρηγοριά. Μπορῶ μόνο νὰ Σὲ περιμένω. Ἡ καρδιά μου εἶναι ἀνοικτὴ σ’ Ἐσένα. Ἐπίσκεψέ με καὶ βοήθησέ με κατὰ τὸ μέγα Σου ἔλεος. Παιδαγώγησέ με καὶ ἴασαί με, ταπείνωσέ με καὶ ἀνόρθωσέ με.

Προσκυνῶ σιωπηλὰ τὸ ἅγιο θέλημά Σου καὶ τὶς ἀνεξερεύνητες ὁδούς Σου. Προσφέρω τὸν ἑαυτό μου θυσία σ’ Ἐσένα. Ἔχω ὅλη μου τὴν ἐμπιστοσύνη σ’ Ἐσένα. Δὲν ἔχω ἄλλη ἐπιθυμία ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληρώνω τὸ θέλημά Σου. Δίδαξέ μὲ πῶς νὰ προσεύχομαι. Προσεύχου Ἐσὺ μέσα μου.»

Ἔτσι ἡ προσευχὴ δὲν πρέπει νὰ ταυτίζεται μὲ τὴν αἴτηση ἢ τὴν ἱκεσία. Κι ἐδῶ ἐπίσης ὑπάρχουν ἐπίπεδα καὶ βαθμοί. Κάποιος ξεκινᾶ μὲ τὴν ἱκεσία, ἀρθρώνοντας τὶς ἀνάγκες καὶ τὰ ἐλαττώματά του μπροστὰ στὸ Θεό.

Εἶναι ἡ προσευχὴ τῶν νεοφύτων. Στὴν πραγματικότητα ὁ Θεὸς βλέπει καὶ γνωρίζει τὶς ἀνάγκες καὶ τὶς θλίψεις μας πολὺ καλύτερα ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους καὶ εἶναι πάντοτε ἕτοιμος νὰ ἐπέμβει καὶ νὰ βοηθήσει, ἀκόμη καὶ προτοῦ Τοῦ τὸ ζητήσουμε. Μετὰ ἔρχεται ἡ εὐχαριστία γι’ αὐτὴ τὴ θεϊκὴ ἀγάπη.

Αὐτὸ εἶναι πιὸ ψηλὸ ἐπίπεδο. Αὐτὴ ὁδηγεῖ τελικὰ στὴν ἀφιλοκερδῆ ὑμνωδία καὶ λατρεία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐρχόμαστε πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μὲ τὴ λαμπρότητα καὶ τὴ δόξα Του καὶ Τὸν ὑμνοῦμε γιὰ τὴν ἀνέκφραστη μεγαλοσύνη Του, τὴ μεγαλοσύνη τῆς ἀγάπης, ποὺ ξεπερνᾶ κάθε γνώση καὶ ἀντίληψη.

Μετὰ ὁ χορὸς τῶν ἀνθρώπων ἑνώνεται μὲ ἐκεῖνο τῶν ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι οὔτε ζητοῦν, οὔτε καὶ εὐχαριστοῦν, παρὰ μόνο ἀκατάπαυστα Τὸν ὑμνοῦν γιὰ τὴν αἰώνιά Του δόξα καὶ μεγαλοσύνη καὶ λαμπρότητα. Ἐδῶ ὑπάρχει μία φυσικὴ ἄνοδος ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ἱκεσία στὴ θέωση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ