Ο Άγιος Γεώργιος ο Χιοπολίτης. 25 Νοεμβρίου ε.ε. Του Συγγραφέως Γ. Π. Σωτηρίου Θεολόγου - τ. Διευθυντού Παιδαγωγικής Ακαδημίας.

Ο άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στο χωριό Πιθυός της Χίου το έτος 1785. Έμεινε ορφανός σε ηλικία εννέα μηνών και μεγάλωσε σε χέρια μητριάς. Μικρό παιδί ακόμα τον παρέδωκε ο πατέρας του σε κάποιον τεχνίτη ονομαζόμενον Βισεντζή να μάθει την ξυλογλυπτική.

Αυτός τον πήρε μαζί του στα Ψαρά, όπου ανέλαβε να φτιάξει το τέμπλο του ναού του Αγίου Νικολάου. Από τα Ψαρά με συντροφιά άλλων παιδιών έφυγαν για την Καβάλα, όπου έκλεψαν καρπούζια.

Τότε για να ξεφύγει, όπως είπε αργότερα, το ξύλο και την τιμωρία, αρνήθηκε την πίστη του, έγινε μωαμεθανός και περνούσε τον καιρό του με αγαρηνούς. Ο πατέρας του και οι συγγενείς του δεν είχαν μάθει τίποτα από αυτά, είχαν χάσει τα ίχνη του παιδιού.

Κάποτε έφτασε ένα καΐκι με καρπούζια στη Χίο από την Καβάλα. Μέσα σ’ αυτό είχαν πάρει σαν μούτσο τον Γεώργιο. Κάποιος συγγενής του που βρέθηκε στο λιμάνι τον γνώρισε και έτρεξε κοντά του με χαρά και τον χαιρέτησε, όμως άκουσε κάποιον απ’ το πλήρωμα του καϊκιού που τον φώναξε με το τούρκικο όνομα Αχμέτ!

Ακούοντας το όνομα αυτό, ξαφνιάστηκε, πάγωσε ο άνθρωπος. Έτρεξε κοντά στο παιδί – θα ήταν τότε περίπου δέκα χρόνων και του λέγει: «Γιώργο, τι ακούω: Γιατί αυτός σε φώναξε Αχμέτ;» Και ο μικρός, μη δίνοντας απάντηση, έτρεξε στο καΐκι. Μέχρι να ειδοποιήσουν τον πατέρα του, το πλοίο σήκωσε πανιά και έφυγε από τη Χίο.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και ξανάρθε στη Χίο ο Γεώργιος με χριστιανικά φορέματα. Πήγε στον πατέρα του με δάκρυα. Διηγήθηκε πως τον απείλησαν τότε που έκλεψε καρπούζια στην Καβάλα, πως θα τον κρέμαζαν αν δεν άλλαζε την πίστη του, και τον ονόμασαν Αχμέτ, και παρακαλούσε τον πατέρα του να τον συγχωρέσει και να τον δεχθεί κοντά του σαν χριστιανό.

Η συγκίνηση του πατέρα δεν περιγράφεται. Λίγες μέρες τον κράτησε κοντά του, γιατί ήταν επικίνδυνο να ζήσει ο Γεώργιος ανάμεσα σε γνωστούς χριστιανούς και κυρίως Τούρκους που θα προσπαθούσαν να τον επαναφέρουν στον ισλαμισμό και σε περίπτωση αρνησίς του, θα τον θανάτωναν.

Σκέφτηκε ο πατέρας του να τον στείλει σε ξένο τόπο να ζήσει άγνωστος μεταξύ άγνωστων. Σαν ναυτικός που ήταν και γνώριζε τον κάθε τόπο, βρήκε κατάλληλο το Αϊβαλί.

Στο Αϊβαλί τον εμπιστεύθηκε σε κάποιον φίλο του που είχε αγροκτήματα έξω από το Αϊβαλί. Εκεί δουλεύοντας τίμια και αποδοτικά ο Γεώργιος πέρασε πολύ καλά μέχρι που έφτασε στην ηλικία των είκοσι χρόνων. Τότε ξεθάρρεψε και κατέβηκε στην πόλη των Κυδωνιών (Αϊβαλί).

Εκεί νοίκιασε ένα δωμάτιο στο σπίτι μιας γερόντισσας, που τον φρόντιζε σαν παιδί της. Όταν πέρασαν χρόνια ήρθε ο πατέρας του και του πρότεινε να τον βάλει σε μοσχοβίτικο καράβι, να γίνει ναυτικός, όμως αυτός δεν δέχτηκε.

Ήταν ευχαριστημένος από τη ζωή με τους Αϊβαλιώτες, που τον αγάπησαν. Μόνο στη γερόντισσα νοικοκυρά του είχε φανερώσει το μυστικό, πως είχε κάποτε αρνηθεί την πίστη του Χριστού.

Ήρθε καιρός να φτιάξει οικογένεια. Βρέθηκε και καλή κοπέλα που τον ήθελε.

Πριν γίνουν οι αρραβώνες, οι συγγενείς της κόρης θεώρησαν καλό να ζητήσουν και τη γνώμη της γερόντισσας. Αυτή είπε τόσο καλά λόγια για το παλικάρι, αλλά με την ειλικρίνεια που μίλησε, φανέρωσε και το μυστικό, ότι στα παιδικά του χρόνια ο Γεώργιος είχε γίνει μωαμεθανός.

Όμως ήταν τόσο καλή η συμπεριφορά του Γεωργίου και τόσο καλά τα λόγια της γερόντισσας, που οι συγγενείς της κόρης αποφάσισαν το συνοικέσιο και έγινε ο αρραβώνας. Και όμως άλλη τροπή πήραν τα πράγματα.

Ο Γεώργιος είχε δανείσει πριν χρόνια χρήματα στον αδελφό της κοπέλας και τώρα, για την προετοιμασία του γάμου, τα χρειάστηκε και του τα ζήτησε. Αυτός αρνήθηκε να τα δώσει και όχι μόνο αρνήθηκε, αλλά έφτασε στο σημείο να καταγγείλει τον μέλλοντα γαμπρό του στις τουρκικές αρχές για εξωμότη.

Φίλοι του Γεωργίου, που έμαθαν την καταγγελία, τον ειδοποίησαν και του συνέστησαν να κρυφτεί, να φύγει, αλλά αυτός παρέμεινε εκεί άφοβος, αποφασισμένος, αν ήταν θέλημα Θεού, και να μαρτυρήσει για την πίστη του.

Σε λίγες μέρες τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον κριτή του τόπου. «Πως ετόλμησες, του λέγει ο κριτής, να αρνηθείς την πίστη στον Αλάχ! Δεν ξέρεις ότι θα σε κρεμάσω αν ξαναπείς πως είσαι χριστιανός;»

Και ο Γεώργιος απάντησε με θάρρος ότι ήταν, είναι, και χριστιανός θα πεθάνει. Βλέποντας τη σταθερότητα του νεαρού χριστιανού ο κριτής άλλαξε ύφος και άρχισε τις υποσχέσεις. Έπειτα με θυμό και οργή ξεστόμισε πάλι απειλές. Όμως όλες τις προτάσεις, υποσχέσεις, απειλές τις απέκρουσε με περιφρόνηση ο άγιος.

Η 8η Νοεμβρίου ήταν η ημέρα που τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου έμεινε δεκαεπτά ημέρες υποφέροντας τα πάνδεινα απ’ τους αγαρηνούς. Στη φυλακή τον συντρόφεψε ένας καλός χριστιανός, που τον παρηγορούσε και τον εστήριζε στην πίστη.

Παράλληλα, ο πιστός λαός του Αϊβαλιού ξεσηκώθηκε σε θρησκευτικό συναγερμό προσευχές. Μέρα και νύχτα όλες αυτές τις ήμερες γινότανε στους ναούς παρακλήσεις και αγρυπνίες για να ενισχύσει η θεία χάρη τον βασανιζόμενο Γεώργιο να μείνει σταθερός στην πίστη του και να αξιωθεί το μαρτυρικό στεφάνι.

Στις 24 Νοεμβρίου βγήκε η απόφαση να θανατωθεί ο άγιος. Αμέσως οι χριστιανοί τον ειδοποίησαν να προετοιμασθεί ψυχικά και του έκαμαν γνωστό ότι μπορούσαν να στείλουν στη φυλακή ιερέα να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει των άχραντων μυστηρίων.

Μαθαίνοντας αυτά ο άγιος δόξασε τον Θεό και ευχαρίστησε τους καλούς Αϊβαλιώτες, που φρόντισαν να τον ειδοποιήσουν και να στείλουν ιερέα να του φέρει τη θεία κοινωνία.

Πραγματικά την ίδια μέρα εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Τη νύχτα εκείνη, όπως είπε στον συγκροτούμενο του χριστιανό, ένοιωθε ήρεμος και τόσο ατάραχος και με χαρά περίμενε τον μαρτυρικό θάνατο, για να επανορθώσει το αμάρτημα της αρνησιθρησκείας και να έλθει κοντά στον πρωτομάρτυρα του Γολγοθά Ιησού Χριστό.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, 25 Νοεμβρίου, μαθεύτηκε σ’ όλο το Αϊβαλί ότι θα αποκεφάλιζαν τον Άγιο.

Όλοι οι Αϊβαλιώτες έτρεξαν στην Εκκλησία για αγρυπνία. Άλλοι πάλι, είχαν συγκεντρωθεί στην αγορά. Οι Τούρκοι, βλέποντας το πλήθος και για να μη γίνει καμιά ταραχή, θέλησαν να διαλύσουν τη συγκέντρωση. Έβγαλαν δυο ζαπτιέδες (χωροφύλακες) που επετέθηκαν με τα σπαθιά στα πλήθη.

Η αγρυπνία προχωρούσε με κατάνυξη. Την ώρα που οι ιερείς εσκέπτοντο πως να μνημονεύσουν το όνομα του Γεωργίου, δηλαδή σαν ζωντανό χριστιανό ή σαν άγιο μάρτυρα, έφτασε κάποιος τρέχοντας στο ναό, και έφερε την είδηση:

«Ο Άγιος μαρτύρησε».

Ποιος μπορεί να εκφράσει την συγκίνηση των πιστών, τα δάκρυα, τη χαρά, για το νέο άγιο της Εκκλησίας.

Κανείς δεν έκλεισε μάτι αύτη τη νύχτα. Πρωί – πρωί με αγωνία, με λαχτάρα προσπαθούσαν όλοι να μάθουν λεπτομέρειες για το μαρτυρικό θάνατο του αγίου, να τρέξουν στην αγορά, να ιδούν τη μεγάλη πέτρα που πάνω σ’ αύτη έσφαξαν τον άγιο, ακόμη με τα αίματα του αγίου, να αγγίξουν πάνω της ένα κομματάκι ύφασμα ή βαμβάκι και να την ασπασθούν.

Και να πως έγινε:

Ο Κριτής διέταξε να τον βγάλουν άπ’ τη φυλακή και να τον οδηγήσουν στον τόπο της εκτελέσεως, στην αγορά, στο κεντρικώτερο μέρος, κοντά στο λεγόμενο Μπεζεστένι. Συνώδευαν τον Γεώργιο δυο υπηρέτες του κριτή, ένας αγαρηνός και ένας χριστιανός.

Ο χριστιανός για να δώσει περισσότερο θάρρος στον άγιο του λέγει μυστικά, καθώς εβάδιζαν : «Αδελφέ μου, είμαι πρόθυμος να βγάλω τα άρματα μου και να σου τα δώσω. Να τα φορέσεις και να μείνεις στην υπηρεσία του κριτή και να έρθω εγώ στη θέση σου, να μαρτυρήσω για την πίστη μας».

– «Όχι, αδελφέ μου, του άπαντα ο Γεώργιος. Εγώ έφταιξα, εγώ πρόδωσα την πίστη μου, εγώ πρέπει να πληρώσω», και τάχυνε το βήμα του αν και δεμένος πισθάγκωνα και λέγοντας συνεχώς την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον με τον αμαρτωλόν».

Στον τόπο της εκτελέσεως ήρθε ο κριτής και άλλοι Τούρκοι άρχοντες. Ο κριτής πρόσταξε τον άγιο να γονατίσει. Και γονάτισε. Έρχεται μπροστά του ο δήμιος, ένας άγριος μισόγυμνος, Χασάν λεγόμενος, από τα μέρη της Προύσσας, που δούλευε στο Σαλαχανά (σφαγείο).

Στάθηκε μπροστά στον άγιο απειλητικά, έχοντας στα δόντια του τεράστιο μαχαίρι και στα χέρια του τουφέκι. Οι αγαρηνοί φώναζαν επιτακτικά και απειλητικά στον άγιο να αρνηθεί την πίστη του Χρίστου και εκείνος απαντούσε: «Είμαι χριστιανός και θα πεθάνω χριστιανός».

Ο δήμιος πήγε πίσω απ’ τον άγιο που ήταν γονατιστός και του έριξε μια τουφεκιά στην πλάτη και άρχισε να βγαίνει αίμα πολύ. Αφήνοντας το τουφέκι, έπιασε το μαχαίρι και λέγει στον άγιο να σκύψει το κεφάλι του.

Έδωκε με ορμή το πρώτο χτύπημα και το μαχαίρι σφηνώθηκε στον τράχηλο. Ο δήμιος το έβγαλε με κόπο και έδωκε δεύτερο χτύπημα και τρίτο. Κατόπιν πήρε απ’ το ζωνάρι του μικρότερο μαχαίρι και απέκοψε τελείως τον λαιμό. Σήκωσε το κεφάλι του αγίου ψηλά όσο μπορούσε να το ιδούν οι άρχοντες και ο λαός·· χριστιανοί και μωαμεθανοί.

Γράφει ο Αϊβαλιώτης Φώτης Κόντογλου: «Τότε ούλος κείνος ο κόσμος χύθηκε έξω φρενών απάνου στο ζεστό κορμί. Κι άλλος σφούγγιζε το αίμα, άλλος ασπαζότανε τ’ άγιο λείψανο ή την πλάκα, άλλος ξέσκιζε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του, άλλος δόξαζε το Θεό. Μάταια τα τουρκιά τους χτυπούσανε με τα ραβδιά και τους κλωτσούσανε.

Ο αγάς πρόσταξε να τους βαρέσουνε στα καλά, κι οι τούρκοι βάνανε τις φωνές και πέσανε με γυμνά σπαθιά απάνου στους χριστιανούς. Οι κακόμοιροι οι χριστιανοί σκορπίσανε φωνάζοντας «Κύριε ελέησον. Κύριε ελέησον» κι άλλος έχασε το φανάρι του, άλλος το ραβδί του, άλλος τα παπούτσια του, άλλος το καλπάκι του…».

Μαρτύρησε ο άγιος στις 26 Νοεμβρίου 1807.

Το λείψανό του διέταξε ο αγάς να το ρίξουν σ’ ένα από τα ξερονήσια της περιοχής, τη Νησοπούλα, όπου το έθαψαν οι χριστιανοί. Μετά από χρόνια έγινε, η ανακομιδή των λειψάνων του και κατατέθηκαν στο ναό του Αγίου Γεωργίου.

Κάθε χρόνο γινόταν μεγάλη πανήγυρις την ημέρα αυτή στο Αϊβαλί μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή (1922).

Από τότε σαν πρόσφυγας ο άγιος Γεώργιος γιορτάζεται από τους Αϊβαλιώτες στη Μυτιλήνη στους δυο προσφυγικούς ναούς του Άγιου Νικολάου, του Αγίου Γεωργίου και στην Κοινότητα των Νέων Κυδωνιών, όπου ο ναός έγινε στο όνομα του Αγίου Γεωργίου του Χιοπολίτου, και συγκαταλέγεται μετά των εν Λέσβω Αγίων.

Αργότερα ο ευλαβέστατος ιερομόναχος Θεολόγος Σακαλής μπόρεσε και έφερε από το Αϊβαλί μικρό τεμάχιο λειψάνου του Αγ. Γεωργίου.

Το ασημένιο περικάλυμμα της άγιας κάρας του αγίου πουλήθηκε απ’ τους Τούρκους σε κάποιο Γερμανό και αυτός το μεταπούλησε σε χριστιανό, που το δώρησε στο Μουσείο Μπενάκη, όπου και βρίσκεται σήμερα.

Το Απολυτίκιον του Αγίου
Πληθύς Κυδωνιαίων εν ωδαίς ευφημήσωμεν ημών τον πολιούχον και της Χίου το καύχημα,
της πίστεως πρόμαχον θερμόν, Γεώργιον οπλίτην τον στερρόν
επλάκη γαρ γενναίως τω δυσμενή και τούτον κατηκόντισεν·
όθεν εν ουρανοίς στεφηφορών μάρτυσι συναγάλλεται
και ημίν εξευμενίζεται τον μόνον φιλάνθρωπον.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ