Ο βίος του Αγίου Ερμολάου του ιερομάρτυρα του ιαματικού. 26 Ιουλίου ε.ε.

Φτωχό και ταπεινό συναξάρι του Αγίου Ιερομάρτυρος Ερμολάου.

Τριακόσια χρόνια είχαν περάσει από τότε πού ήρθε στη γη σαν άνθρωπος ο Θεός της αγάπης και είπε και βεβαίωσε με τη ζωή και με τη σταυρική θυσία Του ότι όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά αγαπημένα του ουράνιου Πατέρα, μα η κοσμοκράτειρα Ρώμη δεν τα δεχόταν αυτά. Άνθρωποι γι” αυτήν ήταν μόνο οι «κύριοι».

Οι άλλοι ήταν δούλοι, στην απόλυτη διάθεση των «κυρίων», όπως τα ζώα τους. Χωρίς κανένα δικαίωμα.

Χωρίς καμμιά νομική προστασία. Τα σκληρά βασανιστήρια ήταν ή ποινή σε κάθε απείθαρχο. Φόβος και τρόμος, βαρύ το ξίφος της Ρώμης πάνω απ” τα κεφάλια τούτων των δυστυχισμένων.

Όμως δεν έλειπαν οι μαθητές του Θεού της αγάπης σ” όλη την επικράτεια, και στη Νικομήδεια, όπου ζούσε ο ιερέας Ερμόλαος.

Από μικρόν χαιρόταν τον γιο του ειδωλολάτρη Ευστόργιου και της χριστιανής Ευβούλης. Κι ήταν χαρά του μεγάλη καθώς έβλεπε τον Παντολέοντα να μεγαλώνει και να λάμπει στο πρόσωπό του η ευγένεια και η αγάπη του Χριστού, πού η ευλαβική μητέρα του έβαλε στην ψυχή του, και τούτος, σαν -πνευματικός πατέρας του, πότισε και καλλιέργησε.

-Η ψυχή σου είναι πλασμένη για την αγάπη του Θεού, παιδί μου, του είπε μια μέρα. Είναι καιρός να βαπτιστείς χριστιανός, και σαν τελειώσεις τις σπουδές σου, να γίνεις ένας γιατρός αγάπης ταπεινός, μα, το κατά δύναμη, μιμητής του Κυρίου ημών Ιησού Χρίστου.

Ο Παντολέων δέχθηκε μετά χαράς την πρόταση, βαπτίσθηκε και έλαβε από τον πατέρα Ερμόλαο το όνομα Παντελεήμων, για να ελεεί τους πάντες – έτσι τον φανταζόταν τον χαριτωμένο τούτο νέο και τέτοιον επιθυμούσε να τον δει: Γιατρό αγάπης προς όλους, «κυρίους» και δούλους. Χάδι ιαματικό του Θεού της αγάπης στα παιδιά του.

Και του το είπε συγκινημένος και δακρυσμένος, με παλλόμενη φωνή:

-Γιατρός αγάπης, Παντελεήμων, του Θεού της αγάπης μαθητής. Τι χαρά! Και τί ευλογία Κυρίου και έλεος!

Η μητέρα Ευβούλη έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Η λαχτάρα και ευχή της καρδιάς της ήταν μπροστά της φωτεινή, θερμή, γλυκεία πραγματικότητα.

Ύψωσε μ” ευγνωμοσύνη τα δακρυσμένα μάτια της στον ουρανό, και υστέρα αγκάλιασε και καταφίλησε το καμάρι της και έβρεξε το λευκό μέτωπο του με τα δάκρυα της.

-Μιμητής του Θεού της αγάπης, Παντελεήμων μου! Ω, ευτυχία μου! Ω χαρά μου! Ω υψίστη τιμή για μια χριστιανή μητέρα! Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι!

Ο Παντελεήμων ήταν τούτη τη μεγάλη ώρα άγγελος περισσότερο παρά άνθρωπος. Τόση ομορφιά και χάρη έλαμπε στο πρόσωπο του! Το φως του ουρανού τον έλουζε όλον!

-Με τη χάρη του Θεού της αγάπης, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, την ευλογία του πατρός και αναδόχου μου Ερμολάου, και την ευχή της αγίας μητέρας μου, θα προσπαθήσω να γίνω μαθητής της αγάπης, είπε συγκινημένος και πρόσθεσε: Δός μου, Κύριε Ιησού, από την ιαματική δύναμη σου. Κάνε με μικρό και ταπεινό μιμητή Σου.

-Αμήν. Αμήν, είπαν μ” ένα στόμα και με μια ψυχή και με μια καρδιά ο ιερεύς Ερμόλαος και η μητέρα Ευβούλη, και πλησίασαν και αγκαλιάστηκαν και οι τρεις, κι ήταν ένα τριπλό φωτεινό και θερμαντικό μετέωρο ανάμεσα στον παγωμένο και σκοτεινό ειδωλολατρικό κόσμο της Νικομήδειας τούτη τη μεγάλη και υπέροχη, την τρισευλογημένη ώρα!

Ο Παντελεήμων συνέχισε και τελείωσε τις σπουδές του κοντά στο μεγάλο γιατρό Ευφρόσυνο.

Καινούργιες χαρές και καινούργιες ολόψυχες και ολοκάρδιες ευχές τώρα από τον ιερέα Ερμόλαο και τη μητέρα Ευβούλη:

-Ιαματικός Απόστολος Αγάπης, Παντελεήμων.

Ήταν οι άγιες ευχές του ιερέα Ερμολάου -Ήταν κι οι άγιες ευχές της μάνας Ευβούλης -Ήταν κι η άγια επιθυμία του Παντελεήμονα -Έ, ένας γιατρός θερμής και ιαματικής αγάπης περιδιάβαινε τη Νικομήδεια, άγγελος χαράς, ελπίδας και παρηγοριάς για όλους, πλούσιους και φτωχούς, «κυρίους» και δούλους, δούλους πονεμένους, χτυπημένους και τραυματισμένους περισσότερο.

Ο ιερέας Ερμόλαος έβλεπε τα ιαματικά έργα του Παντελεήμονα και ευφραινόταν.

-Συνεχιστής του έργου των αγίων Αποστόλων με τη χάρη και τη δύναμη του Θεού!, έλεγε και δοξολογούσε τον Κύριο.

Όμως η Ρώμη παρακολουθούσε. Μάζευε, συγκέντρωνε γεγονότα. Ανεχόταν προς το παρόν το γυιό του πιστού της πατέρα. Για χάρη του δεν τον σταμάτησε ακόμα. Όμως το ποτήρι γέμιζε. Ο Μαξιμιανός ένιωθε να ανάβει το αίμα του.

Έτσι, μια μέρα το 304 πέταξαν σπίθες τα μάτια και φωτιά ξεχείλισε απ” το στόμα του:
-Κάψτε τους όπως είναι μαζεμένοι στο ναό τους!, πρόσταξε και πήγε πρώτος με ένα αναμμένο δαυλό εκείνος. Κάψτε τους εχθρούς της Ρώμης Χριστιανούς. Τους υπονομευτές της.

Έβαλαν φωτιά οι στρατιώτες στο ναό και πήραν να καίγονται οι χριστιανοί σα λαμπάδες, φωτίζοντας και με τη θυσία τους το πυκνό σκοτάδι της αγνωσίας και της κακίας.

Ελάχιστοι γλύτωσαν απ” τους είκοσι χιλιάδες πού κάηκαν μέσα και γύρω απ” το ναό. Ανάμεσα σ” αυτούς τους ελάχιστους ήταν και ο ιερέας Ερμόλαος, πού κατέφυγε καψαλισμένος σ” ένα απόκρυφο καταφύγιο.

Η φωτιά της θηριωδίας πίστεψε πώς θα εξαλείψει τη δροσιά της αγάπης του Θεού. Γι” αυτό έφευγε περήφανος, με άγρια ικανοποίηση αιμοβόρου θηρίου ο Μαξιμιανός. Πόσο ψεύτικη όμως αποδείχθηκε η πίστη του…

Ο Παντελεήμων δρόσιζε τους πυρετούς των ασθενειών και χάρισε την ίαση σε σώματα και ψυχές. Ήταν η κάλυψη του ειδωλολάτρη πατέρα του το λιγότερο, μα η κάλυψη του Θεού — Πατέρα το πολύ, για όσο χρόνο ήταν στο σχέδιο Του.

Ο ιερέας Ερμόλαος μάθαινε τα νέα μέσα στην κρυψώνα του και ανακουφιζόταν η ψυχή του και δόξαζε το Θεό.

-Θα νικήσει ο Κύριος, έλεγε με βεβαιότητα. Θα συντρίψει τα είδωλα. Θα σκορπίσει το σκοτάδι. Θα διώξει το μίσος. Θα γεμίσει με τη θέρμη της αγάπης τις ψυχές. Πότε; Όταν Εκείνος κρίνει. Χρέος μας να κρατούμε την πίστη και να ομολογούμε τ” όνομά Του τώρα.

Όπως κάνει ο Παντελεήμων.

Για κάμποσο καιρό ήταν χορτάτο το θηρίο ο Μαξιμιανός από το κατασπάραγμα των προβάτων του Θεού. Ήταν τόσα πολλά.

Τώρα άρχισε να νιώθει πάλι τους νυγμούς της πείνας στην θηριώδη ψυχή του. Και τούτους τους νυγμούς τους έκανε εντονότερους η θαυματουργική και ιαματική αγάπη του Παντελεήμονα. Παντού γιάτρευε, χωρίς να κάνει διάκριση «κυρίων» και δούλων.

-Πολύ το τραβάει τούτος το σχοινί. Θα εξαντλήσει κάποτε την υπομονή και την μακροθυμία μου. Και τότε θα καταλάβει τι θα πει Μαξιμιανός, έλεγε μέσα του κάθε τόσο και όλο και πιο θυμωμένος, ώσπου ένα θαυμαστό γεγονός τον εξαγρίωσε:

Ο Παντελεήμων θεράπευσε ένα τυφλό δούλο.

Σηκώθηκε στο πόδι όλη η Νικομήδεια.

-Μέγας και πολύς ο Παντελεήμων! Πήραν να φωνάζουν ενθουσιασμένοι πολλοί, χριστιανοί και ειδωλολάτρες ακόμα. Όλους τους ευεργετούσε ό Παντελεήμων. Ειδωλολάτρης ήταν ο πρώην τυφλός. Δούλος όμως. Και έγινε χριστιανός τώρα.

Αυτό ερέθισε το θηρίο.

-Καλά τους άλλους. Μα να ευεργετήσει ένα δούλο, πού τον τιμώρησε ο κύριος του.

Αυτό προσβάλλει τη Ρώμη και τους νόμους της. Η ανοχή μου πήρε τέλος. Έχω καθήκον να κάνω σεβαστή τη Ρώμη στους πάντες, και σε τούτον τον γυιό του πιστού της, περήφανο όμως περιφρονητή μου, λογίστηκε και έκραξε κατακόκκινος:

-Χιλίαρχε, αποκεφάλισε τον γιατρεμένο δούλο χριστιανό και σπεύσε με τους άνδρες σου να συλλάβεις και να φέρεις ενώπιον μου τούτο τον νεαρό γιατρό. Παρευθύς!

-Ως κελεύεις, κράτιστε, είπε εκείνος, πήρε τους άνδρες του και βγήκε.

Σε λίγη ώρα έφεραν μπροστά στον Μαξιμιανό τον Παντελεήμονα.

Στάθηκε ειρηνικός μπροστά του εκείνος.

-Ξέρεις ότι ξεπέρασες τα όρια, Παντελέων;

-Πώς, άναξ;

-Με τη θεραπεία του τυφλού δούλου.

-Η αγάπη δεν έχει όρια, κράτιστε. Είναι άπειρη.

-Ποιος το λέει αυτό;

-Ο Θεός της αγάπης!

-Ποιος σε πήρε από την πίστη του πατέρα σου και πιστεύεις σε καινούργιο Θεό;

-Είναι ο Πρώτος και ο Ένας.

-Δεν θέλω διδασκαλίες. Ποιος σου μίλησε γι” αυτόν;

-Η καρδιά, η ψυχή και ο νους μου.

-Ποιος άνθρωπος σου μίλησε για τη χριστιανική πίστη; Ποιος; έκραξε οργισμένος ο Μαξιμιανός. Πες μου τ” όνομα του.

Ο Παντελεήμων δε θέλησε να πει ψέματα.

-Ο ιερεύς Ερμόλαος, είπε.

-Και που είναι αυτός να τον δω και να τον ακούσω; Που μένει;
Είπε ο Παντελεήμων:

-Σπεύσε να μου τον φέρεις, πρόσταξε τον χιλίαρχο ο αυτοκράτορας.

Γύρισε σε λίγη ώρα εκείνος με τους στρατιώτες του και τρεις κρατούμενος.

-Γιατί τρεις; Ποιος είναι ό ιερέας του σταυρωμένου, ο Ερμόλαος;

-Εγώ, είπε εκείνος θαρρετά.

-Και σεις οι άλλοι δυο ποιοι είσθε;

-Ο Έρμιππος, είπε ο ένας.

-Ο Ερμοκράτης, είπε ο άλλος.

-Γιατί ήρθατε μαζί του;

-Είμαστε κι εμείς ιερείς του Θεού της αγάπης και δεν μπορούσαμε να αποχωριστούμε.

-Εσύ, λοιπόν, Ερμόλαε, οδήγησες στη χριστιανική πίστη τον Παντελέοντα και τον έκανες υβριστή και περιφρονητή της Ρώμης και των θεών της;

-Υμνητής του Θεού της αγάπης έγινε με τα θαυμαστά έργα πού βλέπεις συ και όλη η Νικομήδεια.

-Μα τούτα τα έργα παρασύρουν το λαό.

-Τον οδηγούν στην αλήθεια, άναξ. Στην άγια δύναμη. Στην θεραπεία. Στην υγεία ψυχής και σώματος.

-Δάσκαλος δεν μου χρειάζεται. Τί λέτε σεις οι άλλοι δύο;

-Ό,τι και ο αδελφός μας είπε, γιατί αυτά είναι η ξάστερη και η ευεργετική αλήθεια.

-Αυθάδεις προδότες της Ρώμης κι οι τρεις σας. Αποκεφαλίστε τους! έκραξε. Πάρτε τους.

Έτσι το ιερατικό αδελφικό αίμα του Ερμολάου, του Ερμίππου και του Ερμοκράτη έγινε σπονδή αγάπης στον τρισυπόστατο Θεό της αγάπης και θυσία λυτρωτική απ” την κάθε είδους δουλεία σε αναρίθμητες ψυχές στους αιώνες.

Γι” αυτό οι τρεις ιερείς έγιναν ιερομάρτυρες της Εκκλησίας και τιμώνται δεκαεπτά αιώνες τώρα από την Εκκλησία, και θα τιμώνται στους αιώνες!

-Τον Παντολέοντα στη φυλακή προς το παρόν. Λυπούμαι τα νειάτα του και την ομορφιά του, είπε, χορτασμένος απ” το αίμα των τριών αγίων μαρτύρων ιερέων, το τέρας ο Μαξιμιανός.

Θα περίμενε να πεινάσει και να διψάσει πάλι αίμα -για να φέρει μπροστά του τον ιαματικό -ιατρό Παντελεήμονα, με το αγνό, παρθενικό και άγιο αίμα.

Και δεν άργησε να πεινάσει και να διψάσει το τέρας…

Άγιοι του Θεού, πρεσβεύετε υπέρ ημών να ζούμε τη ζωή της αγάπης του Θεού, για την οποία δώσατε το αίμα σας.

Συγχωρήστε δε πού τόλμησα να γράψω φτωχό και ταπεινό συναξάρι για σας εγώ ο μικρός.

ΙΩΣΗΦ Δ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ