Άγιοι Έσπερος, Ζωή και τα τέκνα τους Κυριάκος και Θεόδουλος. 2 Μαϊου ε.ε.

Οι Άγιοι Έσπερος, Ζωή και τα τέκνα τους Κυριάκος και Θεόδουλος έζησαν το 2ο μ.Χ. αιώνα στο χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού (117 – 138 μ.Χ.).

Η καταγωγή του ήταν από την Παμφυλία και ανήκαν ως δούλοι στο Ρωμαίο Κάταλλο και τη γυναίκα του Πετραδία, ο οποίος απαγόρευε στη χριστιανική οικογένεια να προσεύχεται και να υμνεί το δημιουργό Θεό της. Άλλες φορές πάλι τους διέταζαν να πραγματοποιήσουν έργα που αντίκειταν στο πνεύμα του Ευαγγελίου.

Στο Συναξάρι τους αναφέρεται ότι η Αγία Ζωή πήγαινε το βράδυ στον φρουρό που φύλαγε το ανάκτορο των αρχόντων και του έλεγε να πάει να κοιμηθεί, γιατί ήταν κουρασμένος και τον αναπλήρωνε στα καθήκοντά του.

Έξω όμως από τις πύλες του αρχοντικού ήταν σκυλιά τα οποία κατασπάρασσαν όποιον φτωχό πήγαινε να ζητήσει βοήθεια και ευποιία.

Η Αγία Ζωή έπαιρνε ψωμί που της έδιναν για την καθημερινή συντήρηση της οικογένειάς της, έριχνε λίγο στα σκυλιά για να σωπάσουν, και το υπόλοιπο το μοίραζε στους φτωχούς, λέγοντάς τους: «Να γίνετε Χριστιανοί, Χριστού δούλοι, διότι μόνο Εκείνος είναι ο Σωτήρας του κόσμου».

Όταν δε, το 125 μ.Χ., ο Κάταλλος απέκτησε γιο, θέλησε να εορτάσουν το γεγονός όλοι οι δούλοι του. Διέταξε λοιπόν σε κοινό τραπέζι να γευθούν όλοι άφθονα ειδολόθυτα και κρασί.

Ο Έσπερος και η οικογένεια του περιορίστηκαν σε ξηροφαγία. Ο Ρωμαίος κύριος τους πρόσεξε τη στάση τους και τους διέταξε να φάνε δια της βίας. Όμως όλα τα μέλη της οικογένειας αρνήθηκαν και δήλωσαν ότι λυπούνται που αυτή τη φορά δεν θα υπακούσουν τον κύριο τους.

Έξαλλος από την οργή ο Κάταλλος διέταξε να ανάψουν ένα μεγάλο κλίβανο και αφού τον πύρωσε καλά έριξε μέσα τούς τέσσερις μάρτυρες.

Όταν όμως το πρωί άνοιξαν τον κλίβανο βρήκαν μεν νεκρούς και τους τέσσερις μάρτυρες αλλά χωρίς τα λείψανά τους να έχουν καεί. Ο αρχηγός της ζωής και του θανάτου τους χάρισε την αφθαρσία και την ουράνια δόξα.

Ναό στην Μάρτυρα Ζωή ανήγειρε ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527 – 565 μ.Χ.), κοντά στο ναό της Αγίας Άννας στο Δεύτερον της Κωνσταντινουπόλεως. Ο βασιλέας Βασίλειος Α’ (867 – 886 μ.Χ.) τον ανοικοδόμησε εκ βάθρων, διότι είχε πέσει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ