Στη σκήτη του Πρωτάτου που βρίσκεται στις Καρυές της ιεράς μονής Παντοκράτορος υπάρχει λάκκος που έχει διάφορα κελιά. Σε ένα από αυτά το οποίο ήταν αφιερωμένο στην Παναγία κατοικούσε ένας ιερομόναχος με τον υποτακτικό του.

Ένα Σάββατο βράδυ που ο γέροντας ήταν στο Πρωτάτο και ο υποτακτικός ετοιμαζόταν να αναγνώσει την ακολουθία του, ήρθε στο κελί του ένας ξένος και ζήτησε να φιλοξενηθεί.

Έψαλλαν μαζί την ακολουθία, όταν όμως έφτασαν στην Τιμιωτέρα ο μοναχός έψαλλε μόνο «την Τιμιωτέρα των Χερουβείμ», ο ξένος μοναχός όμως έψαλλε «Άξιον εστί ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον την αειμακάριστον και παναμώμητον και Μητέρα του Θεού ημών» και στη συνέχεια πρόσθεσε και το «την Τιμιωτεραν…» έως τέλους.

Ο Αγιορείτης μοναχός θαύμασε τον ύμνο και ζήτησε από τον ξένο να του τον γράψει. Επειδή δεν είχε χαρτί και μολύβι ο ξένος χάραξε τον ύμνο με το δάχτυλο του σε μάρμαρο και αμέσως εξαφανίστηκε.

Η μαρμάρινη πλάκα στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη και από την εποχή εκείνη ο αρχαγγελικός αυτός ύμνος ψάλλεται από όλους τους Ορθοδόξους. Η εικόνα στην οποία εψάλλει ο ύμνος ονομάζεται «Άξιον Εστί» και φυλάσσεται στο Πρωτάτο, στον κεντρικό ναό των Καρυών του Αγίου Όρους.

Ο ύμνος έχει ως εξής:
«Άξιον εστίν ως αληθώς, μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον, την Μητέρα του Θεού ημών. Την Τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκούσαν την όντως Θεοτόκον σε μεγαλύνομεν».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος Ἀρχάγγελος, τῶν νοερῶν στρατιῶν, Τριάδος τὴν ἔλλαμψιν, καθυποδέχη λαμπρῶς, Γαβριὴλ Ἀρχιστράτηγε, ὅθεν ἐκ πάσης βλάβης, καὶ παντοίας ἀνάγκης, σῷζε ἀπαρατρώτους, τοὺς πιστῶς σὲ τιμώντας, καὶ πόθω ἀνευφημούντας, τὰ σὰ θαυμάσια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ