Τά Χριστούγεννα, ἀγαπητοί μου, ποὺ μᾶς ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ἑορτάσουμε, εἶνε ἡ ἀρχὴ τῶν ἑορτῶν. Ἐὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἐγεννᾶτο, δὲν θὰ εἴχαμε ἄλλες ἑορτές. Καὶ σήμερα ὁ ἑορτασμὸς συνεχίζεται.

Χαίρουν οἱ ἄγγελοι, ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος, ὁ δίκαιος Ἰωσήφ, οἱ ποιμένες, οἱ μάγοι, ὁ οὐρανός, τὸ ἀστέρι, τὰ βουνά, οἱ πηγές, ὅλη ἡ κτίσις. Ἕνας μόνο δὲν χαίρει· ὁ Ἡρῴδης. Δὲν κοιμᾶται· συστρέφεται σὰν τὸ φίδι ἀπ᾽ τὴν κακία του.

Λυπήθηκε, γιατὶ ἄκουσε ὅτι γεννήθηκε ὁ βασιλεὺς τοῦ κόσμου καὶ φοβήθηκε πὼς αὐτὸς θὰ τοῦ πάρῃ τὴ βασιλεία.

Ταράχθηκε, ἀδίκως ὅμως. Πρῶτον μὲν διότι ὁ ἴδιος ἦταν γέρος πιά, 70 – 80 ἐτῶν, καὶ ἕως ὅτου νὰ μεγαλώσῃ τὸ μικρὸ παιδάκι ὁ Χριστὸς καὶ νὰ διεκδικήσῃ βασιλικὰ δικαιώματα, αὐτὸς θὰ εἶχε πεθάνει – ὅπως καὶ ἔγινε· ὅταν ὁ Χριστὸς ἦταν τεσσάρων – πέντε ἐτῶν, ὁ Ἡρῴδης πέθανε.

Ταράχθηκε ἀδίκως, δεύτερον, διότι ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ δὲ μοιάζει μὲ τὶς βασιλεῖες τοῦ κόσμου, ποὺ στηρίζονται στὰ ὅπλα καὶ τὴ βία· ἡ βασιλεία του στηρίζεται στὴν ἐλευθερία, τὴν ἀγάπη, τὴ δικαιοσύνη.

Θρόνος τοῦ βασιλέως Χριστοῦ εἶνε οἱ καρδιὲς τῶν πιστῶν. Ταράχθηκε ἄδικα, τρίτον, διότι, ἂν εἶνε θέλημα Θεοῦ νὰ γίνῃ κάτι (νὰ βασιλεύσῃ ὁ Χριστός), ποιός μπορεῖ νὰ πάῃ κόντρα; Ἀδύνατον νὰ ματαιώσῃ κανεὶς τὶς βουλές Του.

Ἀδίκως λοιπὸν ταράχθηκε. Καὶ ὄχι μόνο ταράχθηκε ἀλλὰ καὶ «ἐθυμώθη λίαν» (Ματθ. 2,16). Γιατί θύμωσε; Διότι οἱ μάγοι, ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκαν νὰ τοῦ ποῦν ποῦ βρίσκεται ὁ γεννηθεὶς βασιλεύς, δὲν ἐπέστρεψαν (ἔλαβαν ἐντολὴ ἄνωθεν νὰ φύγουν γιὰ τὴν πατρίδα τους «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ»).

Κι ὅταν εἶδε ὅτι «ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων» (ἔ.ἀ. 2,12,16), ὠργίστηκε καὶ πῆρε τὴ φοβερὴ ἀπόφασι νὰ ἐξοντώσῃ ὅλα τὰ βρέφη τῆς περιοχῆς Βηθλεὲμ ἀπὸ δύο χρονῶν καὶ κάτω!

Καὶ ἡ ἀπόφασι ἐκτελέσθηκε! Ἄσπλαχνοι στρατιῶτες μπῆκαν μὲ τὰ μαχαίρια τους στὰ σπίτια καὶ τὶς καλύβες, ἅρπαζαν μέσα ἀπὸ τὶς ἀγκαλιὲς τῶν μανάδων τὰ ἀθῷα νήπια καὶ τὰ ἔσφαζαν σὰν ἀρνάκια μπροστὰ στὰ μάτια τους.

Ὅσες εἶνε μητέρες, νιώθουν τὸ δρᾶμα. Τὰ βρέφη αὐτὰ εἶνε οἱ πρῶτοι μάρτυρες τοῦ χριστιανισμοῦ. Σὲ 14.000 τὰ ὑπολογίζει ἡ παράδοσις.

Ἀλλὰ τὸ κακούργημα τοῦ Ἡρῴδη ἔχει συνέχεια, ἀγαπητοί μου. Καὶ σήμερα, σὲ αἰῶνα «πολιτισμοῦ» καὶ «προόδου», ὁ Ἡρῴδης ξαναζῇ. Ὑπάρχουν μάλιστα τώρα ἄλλοι χειρότεροι Ἡρῷδες.

Ἐκεῖνος ἔσφαξε τότε 14.000 νήπια· νέοι κακοῦργοι σφάζουν σήμερα πολὺ περισσότερα. Καὶ ἂν ἀπορῆτε, σᾶς λέω ὅτι καὶ μέσ᾿ στὴν ἐκκλησία ὡρισμένοι εἶνε Ἡρῷδες, γυναῖκες καὶ ἄντρες ποὺ τὰ χέρια τους στάζουν αἷμα!

Ἐννοῶ τὶς ἐκτρώσεις. Τὰ βρέφη τῆς Βηθλεὲμ ἐσφάγησαν μὲ τὰ μαχαίρια τῶν στρατιωτῶν· σήμερα πλῆθος νήπια φονεύονται μὲ ἐργαλεῖα ἀσυνείδητων γιατρῶν σὲ νοσοκομεῖα, κλινικὲς καὶ ἰατρεῖα.

Διότι ὑπάρχουν γιατροὶ ποὺ σὰν ἄλλοι ἅγιοι Ἀνάργυροι προσφέρουν τὶς ὑπηρεσίες τους στὸν ἀσθενῆ, ἀλλ᾽ ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ ποὺ ἐγκληματοῦν καὶ θὰ τοὺς ἄξιζε παραδειγματικὴ τιμωρία.

Ἡ ἔκτρωσι εἶνε ἔγκλημα ἐκ προμελέτης, φόνος ἀδυνάτου ὄντος, ἀνθρώπου μὲ δικαιώματα, ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ ἀμυνθῇ οὔτε νὰ διαμαρτυρηθῇ.

Τὸ κακὸ ἔχει λάβει ἔκτασι τρομακτική. Γιατρὸς ―ὄχι παπᾶς ἢ δεσπότης― καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ποὺ γνωρίζει καλὰ τὰ πράγματα ἀπὸ στατιστικές (ἀστυνομίας, δικαστηρίων, κλινικῶν), ὑπολόγισε ὅτι οἱ ἐκτρώσεις στὴν Ἑλλάδα ξεπερνοῦν τὶς 400.000 τὸ ἔτος (σήμερα ὁ ἀριθμὸς εἶνε πολὺ μεγαλύτερος).

Καὶ οἱ συνέπειες εἶνε ὀδυνηρές. Μοῦ ἔλεγε ἐπιθεωρητὴς ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ὅτι, ἐν σχέσει μὲ τὶς δεκαετίες τοῦ ᾽50 καὶ τοῦ ᾽60, τὰ παιδιὰ τώρα ἔμειναν τὰ μισά· σχολεῖα κλείνουν λόγῳ ἐλλείψεως μαθητῶν.

Μοῦ ἔλεγε καὶ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ ὅτι, ὅταν ἡ Ἑλλὰς μεγαλουργοῦσε, μία κλάσις τοῦ νομοῦ Φλωρίνης εἶχε 1200 ἄντρες (ἀπὸ αὐτοὺς ἔγιναν οἱ φάλαγγες ποὺ πέρασαν τὸ Μοράβα)· τώρα; ὄχι μία κλάσις ἀλλὰ ἕνα ὁλόκληρο ἔτος δὲν ἀθροίζει περισσότερους ἀπὸ 200 ἄντρες!

Ἂν θέλῃς, στὸ σημερινὸ ῥητὸ «Φωνὴ ἐν ῾Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· ῾Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς» (Ματθ. 2,18) ἀντικατάστησε τὶς δύο λέξεις· ὅπου λέει «῾Ραχὴλ» καὶ «῾Ραμᾷ» γράψε «Ἑλλάς», καὶ κατόπιν διάβασε· «Φωνὴ ἐν Ἑλλάδι ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ἑλλὰς κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς» (τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε αἰώνιο).

Ἡ Ἑλλὰς κλαίει κάθε χρόνο μισὸ ἑκατομμύριο παιδιά. Κανένας ἐχθρὸς δὲ μᾶς σκότωσε τόσα παιδιὰ ὅσα σκοτώνουμε ­ἐμεῖς οἱ ἴδιοι μόνοι μας τὶς τελευταῖες δεκαετίες.

Γηροκομεῖο καταντήσαμε. Ὅπου νὰ πᾷς, δὲ βρίσκεις πλέον νέους ἀνθρώπους.

Ἀπὸ τὴ μιὰ ἡ ἀποφυγὴ τεκνογονίας κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ μετανάστευσι ἔθεσαν τὸ ἔθνος σὲ τροχιὰ παρακμῆς. Ἑλλὰς δὲν εἶνε τὰ βουνὰ ἢ οἱ καμινάδες τῶν ἐργοστασίων, εἶνε τὰ παιδιά της· κι ὅταν δὲν ἔχῃ παιδιὰ καὶ νέους, παρακμάζει καὶ καταρρέει, τὴν ὥρα ποὺ ἄλλοι αὐξάνουν.

Ποιός φταίει; Φταῖνε βεβαίως οἱ γιατροὶ καὶ οἱ συνεργάτες τους, οἱ αὐτουργοὶ τοῦ ἐγκλήματος. Ἀλλ᾽ ὄχι μόνο αὐτοί.

Ὅταν ἡ γυναίκα μαζὶ μὲ τὸ σύζυγό της πηγαίνουν καὶ πιέζουν τὸ γιατρὸ νὰ κάνῃ ἔκτρωσι, τὴν εὐθύνη φέρουν αὐτοὶ κυρίως· οἱ γονεῖς, πρὸ παντὸς ἡ μάνα, ποὺ μέσ᾿ στὰ σπλάχνα της κρατάει τὴ νέα ζωή, τὸ αὐριανὸ μέλλον, τὸ νέο κόσμο.

Φταίει τέλος καὶ τὸ κράτος, ποὺ παραλογίζεται καὶ ἐπιχορηγεῖ τὴ γενοκτονία ὡς ἰατρικὴ ὑπηρεσία!

Πρέπει νὰ σταματήσῃ τὸ κακό. Ὅπως πᾶμε, ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα δραστικά, αὐτὸς ὁ τόπος θὰ ἐρημωθῇ. Ἀκούω ὅμως ἀντίρρησι·

Μὰ ἂν κάνουμε παιδιά, πῶς θὰ τὰ ζήσουμε;… Ὀλιγόπιστε! ἐσὺ τρέφεις τὰ παιδιά; Ῥίξε μιὰ ματιὰ στὴ φύσι. Τὰ παιδιὰ τοῦ κόρακα τρέφει ὁ Θεός, καὶ τὰ παιδιὰ τῶν ἀνθρώπων δὲ θὰ θρέψῃ; Ἀναφέρω ἕνα ἀληθινὸ περιστατικό.

Ἦρθε στὴ μητρόπολι ἕνας ἀνώτατος ἀξιωματικὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Μόλις κάθονται, ἡ πρώτη ἐρώτησί μου εἶνε·

—Ἔχεις οἰκογένεια;

—Ἔχω.

—Πόσα παιδιὰ ἔχεις;

—Δύο.

―Στρατηγὸς ἐσύ, μὲ καλὸ μισθό, μὲ αὐτοκίνητο κ.τ.λ., δύο μόνο;

Ἂν δὲν κάνῃς ἐσὺ παιδιά, ποιός θὰ κάνῃ, ὁ τσοπᾶνος κι ὁ γεωργός; ὤ συμφορά!…

Ἔδειξε σὰ νὰ θύμωσε κ᾽ ἤθελε νὰ φύγῃ.

—Κάτσε, τοῦ λέω· γιατί θυμώνεις;

Ἐὰν ἐγὼ δὲ σοῦ κάνω τὴν ἐρώτησι αὐτή, ποιός θὰ σοῦ τὴν κάνῃ;

Οἱ ἄλλοι σὲ θυμιατίζουν, ἐγὼ δὲ θυμιατίζω.

Στὸ τέλος ὁ ἄνθρωπος συγκινήθηκε καὶ μοῦ λέει·

―Ὁ πατέρας μου, πάμπτωχος γεωργὸς στὸ Μοριά, ἔσκαβε τὴ γῆ, κλάδευε ἀμπέλια, μάζευε ἐλιές, ψάρευε στὴ θάλασσα.

Καὶ πόσα παιδιὰ εἶχε, δέσποτα;

―Ποῦ νὰ ξέρω;

―Δώδεκα!

―Δώδεκα;

―Ναί.

Κ᾽ ἐγὼ τί σειρὰ ἔχω;

—Ἐσὺ θὰ μοῦ πῇς, στρατηγέ μου.

―Εἶμαι ὁ τελευταῖος, δωδέκατος!…

Αὐτὰ εἴπαμε. Καὶ γιὰ νὰ μὴ νομίζετε ὅτι λέω παραμύθια, ἀναφέρω καὶ τὸ ὄνομά του, διότι πῆρα τὴν ἄδειά του· στρατηγὸς Μαυροειδῆς, καὶ ἦταν σωματάρχης στὴν Κοζάνη.

Τὰ παιδιὰ εἶνε σὰν τὰ λαχεῖα. Παίρνεις δώδεκα λαχεῖα. Τὸ ἕνα μηδέν, τὸ ἄλλο μηδέν…· τὸ δωδέκατο κερδίζει ἑκατομμύρια.

Εἶνε ἥρωες ἀξιέπαινοι οἱ πολύτεκνοι.

Προχθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι μιὰ νέα γυναίκα καὶ ἔκλαιγε.

—Τί ἔχεις;

—Ἔχω τρία παιδιὰ κ᾽ εἶμαι πάλι ἔγκυος, ἀλλὰ ὁ ἄντρας μου μὲ πιέζει γιὰ ἔκτρωσι.

Τοῦ εἶπα· «Τὸ κακούργημα αὐτὸ δὲν τὸ κάνω».

Κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ὑπέκυψα, μὲ πέταξε ἔξω νύχτα ὥρα μέσ᾿ στὰ χιόνια. «Ἢ ἔκτρωσι, ἢ δὲ σὲ θέλω».

Ἀκοῦστε ὅμως τί εἶπε ἕνας ἐπιστήμονας τῶν Ἀθηνῶν· Γυναίκα ποὺ γεννάει εἶνε ὑγιής. Ὅσο τὸ ποτάμι τρέχει, εἶνε καθαρό.

Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἐμποδίσῃς τὸ ῥεῦμα τῆς ζωῆς, κάπου θὰ χτυπήσῃ· στὴν καρδιά, στὰ νεῦρα, στὸ μυαλό; Καὶ τὸ πιὸ σοβαρό· πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς ποὺ κάνουν ἐκτρώσεις ἢ χρησιμοποιοῦν ἀντισυλληπτικά, παθαίνουν καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν.

Ὡς κληρικός, ἀγαπητοί μου, δὲν θὰ λύσω ἐγὼ τὸ δημογραφικὸ πρόβλημα. Σᾶς λέω μόνο, ὅτι ἡ ἔκτρωσι εἶνε ἁμάρτημα βαρύ, ποὺ ἀποκλείει τὴ θεία κοινωνία. Γυναῖκες καὶ ἄντρες ποὺ διαπράττετε τὸ ἔγκλημα αὐτό, προσέξτε, μὴν τολμήσετε νὰ κοινωνήσετε.

Κλάψτε, ἐξομολογηθῆτε, κάνετε κανόνα μετανοίας. Διαβάστε καὶ τὴν ἱστορία νὰ δῆτε ποιό ἦταν τὸ τέλος τοῦ Ἡρῴδη ποὺ κατέκοψε τὰ νήπια· ἐκεῖνα σήμερα εἶνε ἄγγελοι στὸν οὐρανό, αὐτὸς πέθανε λίγο μετὰ ἀπὸ τὴ σφαγὴ ὕστερα ἀπὸ φρικτὴ καὶ πολὺ ὀδυνηρὴ ἀσθένεια.

Ἄντρες! ἂν ἀγαπᾶτε τὴ γυναῖκα σας, τὸ μέλλον τῆς οἰκογενείας σας, τὴν εὐτυχία σας, βαδίστε σὰν ὀρθόδοξοι Ἕλληνες. Γυναῖκες! μὴν ἀκολουθεῖτε τὴ μόδα τῆς Δύσεως· θυμηθῆτε τὶς γιαγιάδες σας, κάνετε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Τὰ γεγονότα μιλοῦν καὶ πείθουν. Μὴ μιμηθῇ κανείς τὸν Ἡρῴδη. Ἂς λατρεύσουμε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ» τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰω. 4,24)· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Κων/νου & Ἑλένης Ἀμυνταίου – Φλωρίνης τὴν 26-12-1973

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ