Ἁγ.Ματρώνα ἡ ἀόμματος. 2/5 ε.ε.

 Ἡ Ἁγία Ματρώνα γεννήθηκε στὶς 22 Νοεμβρίου 1881 σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς ἀχανοῦς ρωσικῆς γῆς, τὸ Σέμπινο. Οἱ γονεῖς της Δημήτριος καὶ Ναταλία ἦταν χωρικοί, ἄνθρωποι εὐλαβεῖς, βιοπαλαιστὲς καὶ φτωχοί. Εἶχαν τέσσερα παιδιὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἡ Ἁγία ἦταν ἡ μικρότερη. Ἐξ αἰτίας τῆς φτώχειάς τους οἱ γονεῖς της, κυρίως ἡ μητέρα της, δὲν ἤθελε σὲ καμμιὰ περίπτωση νὰ προβεῖ σὲ βρεφοκτονία. Σχεδίαζε λοιπὸν νὰ ἀφήσει τὸ μικρότερο παιδί της σὲ ὀρφανοτροφεῖο ὅταν θὰ γεννιόταν. Μὲ θαυματουργικὴ ὅμως ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ ἕνα προφητικὸ ὄνειρο, τὴν κράτησε καὶ τὴν ἀνέθρεψε.
 
Στό Ἅγιο Βάπτισμα τὸ κοριτσάκι, τὸ ὁποῖο γεννήθηκε ἀόμματο, ὀνομάσθηκε Ματρώνα πρὸς τιμὴν τῆς Ὁσίας Ματρώνας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει (ἑορτάζει στὶς 9 Νοεμβρίου). Από πολὺ νωρὶς φάνηκε ἡ θεία της ἐκλογή. Διηγοῦνται καὶ γιὰ ἕνα ἐξωτερικό, σωματικὸ σημάδι αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς της ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἐπάνω στὸ στῆθός της εἶχε ἕνα σταυροειδὲς γρομπαλάκι ἢ μᾶλλον τὸν ἀχειροποίητο ἐπιστήθιο σταυρό της. Θαυμαστὰ γεγονότα συνέβαιναν ἀπὸ τὴν βρεφική της ἡλικία. Ἀφηγοῦνταν ἡ μητέρα της σὲ μιὰ φίλη της πὼς τὶς Τετάρτες καὶ τὶς Παρασκευὲς ἡ Ἁγία δὲν θήλαζε. Κοιμόταν ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες καὶ κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ξυπνήσει ὥστε νὰ θηλάσει.
 
Η Ἁγία ἦταν ἐντελῶς ἀόμματη, δηλαδὴ οἱ κόγχες ἦταν κενὲς καὶ ἐντελῶς κλειστὲς ἀπὸ τὰ ματόφυλλά της. Προικίσθηκε ὅμως ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ ὄραση πνευματική. Ἀπήντησε ἡ ἴδια σὲ κάποια πνευματική της κόρη, ἡ ὁποία τὴν συμπόνεσε ἀφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κόσμου: «Ὁ Θεὸς μιὰ φορὰ μοῦ ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ μοῦ ἔδειξε τὸν κόσμο καὶ ὅλα τὰ δημιουργήματα Του. Εἶδα τὸν ἥλιο, τὰ ἄστρα στὸν οὐρανὸ καὶ ὅλα ὅσα βρίσκονται στὴ γῆ, τὴν ὀμορφιὰ τὴν ἐπίγεια, τὰ βουνά, τοὺς ποταμούς, τὸ πράσινο χορτάρι, τὰ λουλούδια καὶ τὰ πουλάκια…».
 
Ἀπό πολὺ μικρὴ ἀγωνιζόταν στὴν προσευχή. Συνήθιζε τὶς νύχτες νὰ κατεβάζει τὶς εἰκόνες ἀπὸ τὸ εἰκονοστάσι στὸ τραπέζι καὶ νὰ κάνει προσευχὴ καὶ χαιρόταν μ’ αὐτές. Τὰ παιδιὰ πολλὲς φορὲς τὴν πείραζαν καὶ τὴν ἐμπαίζανε. Τὴν βάζανε σὲ ἕνα λάκκο καὶ περιεργάζονταν πῶς ψηλαφώντας ἔβγαινε ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἐπέστρεφε στὸ σπίτι. Ἐξ αἰτίας ὅλων αὐτῶν ἀπὸ νωρὶς ἔπαυσε νὰ παίζει μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ καὶ νὰ μένει στὸ σπίτι.
 
Νωρὶς φάνηκε καὶ τὸ διορατικὸ – προορατικὸ καὶ θεραπευτικό της χάρισμα. Γνώριζε ἁμαρτίες, σκέψεις καὶ πράξεις τῶν ἀνθρώπων. Ἔνοιωθε κινδύνους, προγνώριζε συμφορές, προέβλεπε θεομηνίες. Μὲ τὶς εὐχές της θεραπεύονταν πλῆθος ἀρρώστων, οἱ ὁποῖοι κατέκλυαν τὸ σπίτι της προερχόμενοι ὄχι μόνο ἀπὸ τὸ χωριό της ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅλη τὴν γύρω περιοχὴ στὴν ὁποία εἶχε ἀρχίσει σιγὰ σιγὰ νὰ γίνεται γνωστή, αὐτὸ τὸ μικρὸ κοριτσάκι. Ἦταν πιὰ βοήθεια γιὰ τὸ σπίτι της καὶ ὄχι βάρος, ἀφοῦ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονταν γιὰ νὰ τοὺς βοηθήσει τῆς πήγαιναν καὶ πολλὰ ἀγαθὰ θέλοντας μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ τὴν εὐχαριστήσουν γιὰ τὴν προσευχή της.
 
Ἀναφέρεται ἀνάμεσα στὰ ἄλλα καὶ τὸ ἑξῆς θαῦμα: Τέσσερα χιλιόμετρα μακρυὰ ἀπὸ τὸ χωριό της ζοῦσε ἕνας ἄνδρας παράλυτος στὰ πόδια. Ἡ Ἁγία εἶπε: «Τὸ πρωΐ ἂς ξεκινήσει γιὰ μένα ἕρποντας. Μέχρι τὶς τρεῖς θὰ’ ρθεῖ». Διήνυσε ἕρποντας ἐκεῖνα τὰ τέσσερα χιλιόμετρα καὶ γύρισε πίσω θεραπευμένος μὲ τὰ ἴδια του τὰ πόδια.
Οἱ γονεῖς της εἶχαν βαθειὰ εὐλάβεια καὶ πραγματικὰ ἡ Ἁγία μεγάλωσε μέσα στὴν ἐκκλησία. Σὲ κάθε λατρευτικὴ εὐκαιρία βρισκόταν στὸ Ναὸ γιὰ τὶς ἀκολουθίες εἴτε μὲ τοὺς γονεῖς της εἴτε μόνη της, ὅταν μεγάλωσε. Μέσα στὴν ἐκκλησία εἶχε καὶ μόνιμη θέση ἀριστερὰ τῆς εἰσόδου στὸ δυτικὸ τοῖχο. Ἐκεῖ στεκόταν ὄρθια καὶ παρακολουθοῦσε τὶς ἀκολουθίες.
 
Στὴν ἐφηβικὴ ἡλικία τῆς δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ πάει σὲ προσκυνήματα. Μιὰ κοπέλα, κόρη ἑνὸς πλουσίου εὐγενοῦς τῆς περιοχῆς τὴν ἔπαιρνε μαζί της σ’ αὐτά τὰ ἰδιαίτερα ταξίδια στὶς Λαῦρες τοῦ Κιέβου καὶ τοῦ Ἁγ.Σεργίου, στὴν Πετρούπολη κ.ἀ. Λέγεται ἀκόμη ὅτι σὲ μιὰ ἐπίσκεψή της στὴν Κροστάνδη, στὸν ναὸ ὅπου λειτουργοῦσε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, ἐκεῖνος μετὰ ἀπὸ μιὰ Θ.Λειτουργία παρεκάλεσε τὸν κόσμο νὰ παραμερίσει γιὰ νὰ περάσει ἡ δεκατετράχρονη τότε Ματρώνα. Εἰς ἐπήκοον ὅλων μάλιστα εἶπε: «Ἔλα, Ματρώνουσκα, ἔλα σ’ ἐμένα. Ἰδοὺ ἔρχεται ἡ ἀντικαταστάτριά μου, ὁ ὄγδοος στύλος τῆς Ρωσίας!», προμηνύοντας μ’ αυτὸν τὸν λόγο του τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἁγ.Ματρώνας γιὰ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ρωσικὸ λαὸ στὰ χρόνια τῶν μελλοντικῶν διωγμῶν.
 
Δυὸ χρόνια μετὰ ἡ Ἁγία καθηλώθηκε ἐξ αἰτίας μιᾶς παράλυσης στὰ πόδια. Παρέμεινε καθιστὴ ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς της. Ποτὲ στὰ πενήντα χρόνια ποὺ ἔζησε παράλυτη δὲν παραπονέθηκε καὶ δὲν γόγγυσε γιὰ τὴν ἀσθένειά της, παρὰ βάστασε ταπεινὰ τὸν βαρὺ σταυρό της.
 
Προεῖδε σὲ μικρὴ ἀκόμη ἡλικία τὴν ἐπανάσταση ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνει καθὼς ἐπίσης καὶ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρου καὶ τῆς οἰκογένειάς του. Προέβλεψε ἐπίσης καὶ τὸν Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ τὴ νίκη τῆς Ρωσίας ἐπὶ τῶν Γερμανικῶν στρατευμάτων.
 
Μὲ ἐνέργειές της δὲ ἀγιογραφήθηκε καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου «Τῶν ἀπολωλότων ἡ ἀναζήτησις», τὴν ὁποία εἶδε κατ’ ἐπανάληψη σὲ ὅραμα. Αὐτὴ ἡ εἰκόνα, ἡ ὁποία τοποθετήθηκε στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ της, ἔγινε τὸ πρῶτο τοπικὸ προσκύνημα, δοξασμένο μὲ πολλὰ θαύματα. Στὶς ἀνομβρίες λιτάνευαν τὴν εἰκόνα καὶ πραγματικὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν προλάβαιναν νὰ φθάσουν μέχρι τὰ σπίτια τους καὶ ἄρχιζε ἡ βροχή.
 
Δυστυχῶς ὅμως κάποια στιγμὴ ἦλθε ἡ κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση καὶ τὸ περιβάλλον στὸ χωριό της ἔγινε ἀρκετὰ δυσάρεστο γιὰ ἐκείνην. Μάλιστα οἱ ἀδελφοί της ἔγιναν μέλη τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος. Ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἔγινε καὶ τὸ ἡγετικὸ στέλεχος τοῦ χωριοῦ, γεγονὸς ποὺ ἔκανε τὴν παρουσία της ἀφόρητη γιὰ ἐκείνους. Φοβοῦνταν ἀκόμη καὶ τὴ σύλληψη. Μετακόμισε λοιπὸν στὴν Μόσχα τὸ 1925, ἐκεῖ ὅπου ἔζησε σχεδὸν ὅλα τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς της, βοηθώντας πλήθη δυστυχισμένων, καταπονουμένων, ξεκομμένων ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη πίστη, μὲ ψυχικὲς ἀσθένειες καὶ διεφθαρμένη τὴ συνείδηση. Πολλοὺς ἔσωσε μὲ τὴν προσευχή της καὶ καθοδήγησε στὴ σωτηρία.
 
Στὴ Μόσχα δὲν ἀπέκτησε ποτὲ σταθερὴ κατοικία καὶ γι’ αὐτὸ περιπλανιόταν ἀπὸ σπίτι σὲ σπίτι σὲ γνωστοὺς καὶ συγγενεῖς, σὲ σπιτάκια, διαμερίσματα καὶ ὑπόγεια. Ἔγινε ἔτσι μιὰ ἄστεγη ὁδοιπόρος. Κάποια πνευματική της κόρη τὴν βρῆκε μιὰ φορὰ σὲ ἕνα σπιτάκι ἀπὸ κόντρα πλακὲ ποὺ τῆς εἶχε δώσει κάποιος προσωρινά. Ἂν καὶ ἀκόμη φθινόπωρο μόλις καὶ μετὰ βίας κατόρθωσε νὰ ξεκολλήσει τὰ μαλλιά της ἀπὸ τὸν τοῖχο ὅπου εἶχαν κολλήσει ἀπὸ τὴν παγωνιά. Κάποιες κατοικίες τὶς ἐγκατέλιπε βιαστικὰ προβλέποντας τὸν ἐρχομὸ τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν θλίψεων. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖς ὁπουδήποτε χρειαζόταν ἄδεια διαμονῆς ἀπὸ τὴν ἀστυνομία. Οἱ μὴ ἔχοντες τέτοια ἄδεια συλλαμβάνονταν καὶ πολλὲς φορὲς ἐπιχειρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀστυνομία ἡ σύλληψή της ἀλλὰ κάτι τέτοιο στάθηκε ἀδύνατο. Ἔτσι λοιπὸν ἔσωζε καὶ τὸν ἑαυτό της ἀλλὰ καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν φιλοξενοῦσαν.
 
Διηγεῖται μιὰ πνευματική της κόρη ὅτι κάποτε ποὺ ἦλθε ἕνας ἀστυνομικὸς νὰ τὴν συλλάβει ἐκείνη τὸν προειδοποίησε γιὰ τὴν σύζυγό του, ἡ ὁποία καιγόταν στὸ σπίτι ἀπὸ μιὰ γκαζιέρα ποὺ εἶχε ἁρπάξει φωτιά. Ἐκεῖνος ἔφυγε τρέχοντας καί ἔτσι ἔσωσε τὴν γυναῖκά του προλαβαίνοντας νὰ τὴν πάει στὸ νοσοκομεῖο.
 
Ὅλη της ἡ ζωὴ πέρασε μὲ τὸ νὰ ὑποδέχεται τὸ πρωΐ τὸν κόσμο καὶ τὸ βράδυ μὲ τὴν προσευχή· ἀπὸ τοὺς συχνοὺς σταυροὺς δημιουργήθηκε στὸ μέτωπό της ἕνα λακκάκι – τὸ ἴχνος τῶν δακτύλων της. Τὸν σταυρό της τὸν ἔκανε ἀργὰ ἀργά, μὲ θέρμη, τὰ δακτυλάκια της ψάχνανε τὸ λακκάκι. Ποτὲ δὲν πλάγιασε γιὰ ὕπνο, σὰν τοὺς παλαιοὺς ἀσκητές, ἀλλὰ μισοκοιμόταν ἀκουμπώντας στὸ πλευρὸ μὲ προσκεφάλι τὴ γροθιά της. Λέγεται ὅτι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπισκέπτονταν μὲ πονηρὸ σκοπὸ τοὺς ἔδιωχνε. Ἐπίσης κάποιοι τὴν θεωροῦσαν κάτι σὰν «λαϊκὴ κομπογιανίτισσα», ἡ ὁποία ξεματιάζει. Βέβαια ὅλοι αὐτοί, ὅταν τὴν γνώριζαν ἄλλαζε ἡ ζωή τους, καταλάβαιναν ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπαιρναν στροφὴ πρὸς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν μυστηριακὴ ζωή. Ἀπαιτοῦσε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὴν πλησίαζαν γιὰ διαφόρους λόγους πίστη στὸ Θεὸ καὶ διόρθωση τῆς ἁμαρτωλῆς τους ζωῆς. Συμβούλευε ὅλους νὰ ἐκκλησιάζονται ἀπαραιτήτως κάθε Κυριακή, νὰ ἐξομολογοῦνται καὶ νὰ κοινωνοῦν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Σ’ ὅλους δὲ ἔλεγε νὰ φοροῦν πάντοτε ἐπιστήθιο σταυρό.
Ὅπου καί ἂν πήγαινε, σ’ ὅποιο σπίτι καί ἂν φιλοξενοῦνταν ἔφερνε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἠρεμία στὶς ψυχές. Ἐκεῖ πλέον ἐπικρατοῦσε ἕνα κλίμα ἁγιότητος, χαρᾶς, ἡ θέρμη τῆς Θείας Χάριτος.
 
Ἡ ἐξωτερική της ἐμφάνιση ἦταν ἡ ἑξῆς: εἶχε κοντὰ πόδια, χέρια μικροκαμωμένα σὰν μικροῦ παιδιοῦ. Καθόταν συνήθως μὲ τὰ πόδια της χιαστὶ ἐπάνω στὸ κρεββάτι καὶ τὰ μαλλιὰ της χνουδωτά, ἴσια χωρισμένα στὴ μέση. Τὰ μάτια κολλητὰ κλεισμένα. Τὸ πρόσωπο φωτεινό. Ἡ φωνὴ γλυκειά. Ἄλλοτε χαριτολογοῦσε μὲ τοὺς ἀνθρώπους καί ἄλλοτε τοὺς ἔλεγχε μὲ δριμύτητα καὶ τοὺς νουθετοῦσε. Δὲν ἦταν αὐστηρὴ γιὰ τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ἀλλὰ ἐπιεικής, συμπονετική, θερμή, εὐσπλαγχνική, πάντα χαρούμενη. Δὲν ἔκανε κηρύγματα καὶ διδασκαλίες. Ἔδινε στὸν ἄνθρωπο μιὰ συγκεκριμένη συμβουλὴ τί πρέπει νὰ κάνει στὴ μία ἢ στὴν ἄλλη περίπτωση, ἔκανε προσευχὴ καὶ ἔδινε τὴν εὐχή της. Ἦταν γενικὰ ὀλιγόλογη καί ἀπαντοῦσε στοὺς ἐπισκέπτες λακωνικά, μὲ λίγα λόγια.
 
Δίδασκε νὰ μὴν κατακρίνει κανεὶς τὸν πλησίον του, νὰ ἐμπιστεύεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νὰ ζεῖ μὲ προσευχή, νὰ ὑπομένει τὶς θλίψεις. Νὰ κάνει συχνὰ τὸ σταυρό του, θωρακίζοντας τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Τίμιο Σταυρό. Συνιστοῦσε συχνὴ Μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, καὶ ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἰδιαιτέρως τοὺς ἡλικιωμένους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς. Ἔλεγε: «ἅμα ἄνθρωποι γέροι, ἄρρωστοι ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχασαν τὰ μυαλά τους σᾶς λένε κάτι δυσάρεστο ἢ προσβλητικό, μὴν τοὺς ἀκοῦτε, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ τοὺς βοηθᾶτε. Μὲ ὅλη τὴν ἐπιμέλεια πρέπει νὰ βοηθᾶ κανεὶς τοὺς ἀρρώστους καὶ νὰ τοὺς συγχωράει ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ ποῦν, ὅ,τι καὶ νὰ κάνουν».
 
Συνιστοῦσε ἐπίσης νὰ μὴ δίνει κανεὶς προσοχὴ στὰ ὄνειρα, διότι μέσω αὐτῶν μπορεῖ ὁ διάβολος μπορεῖ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει γιὰ νὰ στενοχωρήσει ἢ νὰ μπερδέψει μὲ λογισμούς. Προέτρεπε τὶς γυναῖκες νὰ μὴν χρησιμοποιοῦν διάφορα φτιασίδια διότι αὐτὰ διαστρέφουν τὴν φυσικὴ ὀμορφιὰ ποὺ ἔχει δώσει ὁ Θεὸς στὸν καθένα. Ἔλεγε ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ δέχεται κανεὶς ἰατρικὴ βοήθεια· «τὸ σῶμα εἶναι τὸ σπιτάκι ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, πρέπει νὰ κάνουμε καμμιὰ ἐπισκευή. Ὁ Θεὸς ἔκανε βότανα, διάφορα φάρμακα καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ περιφρονοῦμε». Καί ἀκόμη: «Ἀδικοχαμένος γίνεται κανείς, ὅταν ζεῖ χωρὶς προσευχή». Ἔνοιωθε ἀκόμη στὴν ψυχή της, καταλάβαινε ἔντονα τὴν ἁμαρτωλὴ ζωὴ ποὺ προκαλοῦσε τὸ ἀθεϊστικὸ περιβάλλον καὶ ἡ ἁμαρτωλὴ καί ἀμετανόητη ζωή. Γι’ αὐτὸ ἀγωνιζόταν νὰ βοηθήσει ὅλες τὶς πνευματικὰ ἄρρωστες ψυχές. Κουραζόταν τόσο πολὺ ὥστε στὸ τέλος τῆς ἡμέρας δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ μιλήσει μὲ τοὺς δικούς της καὶ μόνο σιγὰ ἀναστέναζε, ἀκουμπώντας τὸ κεφάλι στὴν παλάμη της. Κάθε μέρα ἦταν γεμάτη ἀπὸ θλίψεις καὶ στενοχώριες ἀνθρώπων πού ἔρχονταν πρὸς αὐτήν. Βοηθοῦσε ὅμως, παρηγοροῦσε καὶ θεράπευε. Γίνονταν πολλὲς θεραπεῖες δι’ εὐχῶν της. Ἔπιανε μὲ τὰ δυό της χέρια τὸ κεφάλι τοῦ ἀνθρώπου, τὸν θέρμαινε μὲ τὴν ἁγιότητά της. Αὐτὸς ἔφευγε ἀναπτερωμένος, ἀλλὰ ἐκείνη μετά, ὅλη τὴ νύχτα, ἔκανε προσευχὴ καὶ ἀναστέναζε.
Ἡ ἀρετή της συνίστατο στὴ μεγάλη ὑπομονή, ἡ ὁποία προερχόταν ἀπὸ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιάς της καὶ τὴ θερμὴ ἀγάπη της πρὸς τὸν Θεό. Δίδασκε ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ μὲ ὅλο τὸ βίο της. Ζοῦσε χωρὶς κατοικία, περιουσία καὶ προμήθειες. Ζοῦσε μὲ προσφορὲς χωρὶς καί αὐτὲς νὰ τὶς ἔχει πάντα. Εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνη της στὸν Κύριο. Ἔλεγε: «δὲν πρέπει νὰ φοβᾶται κανεὶς τίποτα, ὅσο φοβερὸ καὶ ἂν φαίνεται αὐτό. Βλέπεις, κουβαλᾶνε ἕνα μωρὸ μὲ τὸ ἐλκηθράκι καὶ δὲν τὸ νοιάζει τίποτα! Ὅλα θὰ τὰ κανονίσει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος!».
 
Αὐτὴ λοιπὸν ἦταν ἡ Ἁγία Ματρώνα ἡ ἀόμματος. Τρεῖς ἡμέρες πρὶν τὴν κοίμησή της ὁ Κύριος τῆς ἀπεκάλυψε τὴν τελείωσή της ὥστε νὰ κάνει ὅλες τὶς ἀπαραίτητες προετοιμασίες, ὅπως καὶ ἔκανε. Μέχρι τὸ τέλος ἐξομολογοῦνταν καὶ κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων ἐνῶ δὲν ἔκρυβε πὼς φοβόταν τὸν θάνατο. Κοιμήθηκε στὶς 2 Μαΐου 1952, ἡμέρα Παρασκευή. Τὴν Κυριακὴ ἔγινε ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία στὸν Ἱ.Ναὸ τοῦ Ἱεροῦ Χιτῶνος τοῦ Κυρίου καὶ ἐνταφιάσθηκε στὸ νεκροταφεῖο τοῦ Ἁγ.Δανιήλ, γιὰ νὰ «ἀκούει τὴν ἀκολουθία» (ἦταν ἀπὸ τοὺς λίγους ναοὺς ποὺ παρέμειναν ἀνοιχτοὶ στὴν Μόσχα).
 
Πρέπει νὰ σημειωθεῖ ὅτι προεῖπε καὶ τὰ ἑξῆς πρὶν κοιμηθεῖ: «Ὅταν θὰ πεθάνω, στὸν τάφο μου θὰ ἔρχονται λίγοι, μόνο οἱ οἰκεῖοί μου, καὶ ὅταν θὰ πεθάνουν καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἐρημώσει ὁ τάφος μου· σπάνια θὰ ἔρχεται κανείς. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ χρόνια ὁ κόσμος θὰ μὲ γνωρίσει καὶ θὰ ἔρχονται σὰν κοπάδια γιὰ νὰ βοηθηθοῦν. Ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὶς θλίψεις τους θὰ μὲ παρακαλᾶνε νὰ προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς καί ἐγὼ ὅλους θὰ τοὺς ἀκούω καὶ ὅλους θὰ τοὺς βοηθῶ». «Ὅλοι, ὅλοι νὰ ἔρχεσθε σὲ μένα καὶ νά μοῦ λέτε σὰν σὲ ζωντανή τὶς θλίψεις σας καὶ ἐγὼ θά σᾶς βλέπω καὶ θά σᾶς ἀκούω καὶ θά σᾶς βοηθάω». Κι ἀκόμη: «ὅλους ποὺ ζητᾶνε βοήθεια ἀπὸ μένα θὰ τοὺς συναντάω μετὰ τὸ θάνατό τους».
 
Τὴν Ἁγία Ματρωνούλα, ὅπως τὴν ἀποκαλοῦν χαϊδευτικὰ οἱ Ρῶσοι, γνωρίζουν πολλοὶ σήμερα, χιλιάδες συρρέουν καθημερινὰ στὸν τάφο της, ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο. Ἐκείνη τοὺς βοηθάει ὅπως καὶ στὸν καιρὸ τῆς ἐπίγειας ζωῆς της. Αὐτὸ τὸ ἀντιλαμβάνονται ὅλοι ὅσοι μὲ πίστη καὶ ἀγάπη ζητοῦν τὴν προστασία της καὶ τὶς μεσιτεῖές της στὸν Κύριο, πρὸς τὸν Ὁποῖο ἡ Ἁγία ἔχει μεγάλη παρρησία.
Στὶς 8 Μαρτίου 1998 ἔγινε ἡ ἀνακομιδή της καὶ τὰ Ἱερὰ Λείψανά της, ἀνάμεσα στὰ ὁποῖα καὶ τὸ ὀστέινο σταυρουδάκι, τὸ κολλημένο πάνω στὸ στέρνο της, μεταφέρθηκαν στὴν Γυναικεία Ἱερὰ Μονὴ τῆς Ἁγ.Σκέπης στὴ Μόσχα.
 
Ἡ μνήμη της τιμᾶται στὶς 2 Μαΐου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ