Δοξαστικό του Όρθρου της Μεγάλης Τρίτης (ψάλλεται Μ.Δευτέρα βράδυ)

Το Δοξαστικό του Όρθρου της Μεγάλης Τρίτης (ψάλλεται Μ.Δευτέρα βράδυ) που αναφέρεται στο τάλαντο που μας έχει εμπιστευθεί απλόχερα ο Κύριος και πως αν το κρύψουμε και δεν το πολλαπλασιάσουμε προς Δόξαν του αλλά και προς ωφέλειαν των συνανθρώπων μας θα κατακριθούμε.

Δόξα… Καὶ νῦν..τοῦ Τριῳδίου Ἦχος δ’

Τοῦ κρύψαντος τὸ τάλαντον, τὴν κατάκρισιν, ἀκούσασα ψυχή, μὴ κρύπτε λόγον Θεοῦ, κατάγγελλε τὰ θαυμάσια αὐτοῦ, ἵνα πλεονάζουσα τὸ χάρισμα, εἰσέλθῃς, εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου σου.

***

(Ματθ. 25, 13 – 30) «13 Να είστε, λοιπόν έτοιμοι κάθε στιγμή, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα που έρχεται ο Υιός του Ανθρώπου. 14 Σαν έναν άνθρωπο, για παράδειγμα, που, επειδή έφευγε στα ξένα, κάλεσε τους δούλους του και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του.

15 Και στον έναν απ’ αυτούς έδωσε πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον άλλο ένα, στον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του, κι αμέσως κατόπιν έφυγε.

16 Πήγε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα κι εργάστηκε μ’ αυτά και κέρδισε άλλα πέντε τάλαντα.

17 Το ίδιο κι εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδισε κι αυτός άλλα δύο.

18 Αλλ’ εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, πήγε, έσκαψε στη γη και έκρυψε το χρήμα του κυρίου του.

19 Ύστερα από πολύ καιρό, έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και ζητά απόδοση λογαριασμού απ’ αυτούς.

20 Ήρθε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα και του προσκόμισε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: Kύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ’ αυτά άλλα πέντε τάλαντα.

21 Του απάντησε ο κύριός του: Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Μπες στη χαρά του κυρίου σου.

22 Ήρθε έπειτα κι εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα και είπε: Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ’ αυτά άλλα δύο τάλαντα.

23 Tου απάντησε ο κύριός του: Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Μπες στη χαρά του κυρίου σου.

24 Ήρθε κατόπιν κι εκείνος που είχε πάρει το ένα τάλαντο και είπε: Κύριε, επειδή ήξερα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, που θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και συνάζεις από κει όπου δε σκόρπισες,

25 κι επειδή φοβήθηκα, πήγα κι έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Ορίστε πάρε αυτό που σου ανήκει.

26 Αποκρίθηκε τότε ο κύριός του και του είπε: Πονηρέ δούλε και φυγόπονε! Ήξερες (λες) ότι θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα και συνάζω από κει όπου δε σκόρπισα.

27 Έπρεπε, λοιπόν, να βάλεις το αργύριο που σε έδωσα σε τράπεζα, κι εγώ σαν ερχόμουν θα έπαιρνα μαζί με το κεφάλαιό μου και τόκο.

28 Πάρτε, λοιπόν, το τάλαντο απ’ αυτόν και δώστε το σ’ εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα.

29 Γιατί στον καθένα που έχει, θα δοθεί και θα έχει περίσσευμα, ενώ από εκείνον που δεν έχει (επειδή δεν εργάστηκε), θα αφαιρεθεί κι εκείνο που έχει.

30 Και τον ανάξιο δούλο ρίξτε τον έξω, στο πιο μακρινό και βαθύ σκοτάδι, εκεί που είναι τα κλάματα και το τρίξιμο των δοντιών.»

*** Ο Κύριος δίνει στους δούλους Του τάλαντα «εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν». Τους κάνει τόσο πλούσιους σε δυνατότητες όσο μπορούν να βαστάξουν και ποτέ δεν θα τους ζητήσει έστω και στο ελάχιστο παραπάνω απ’ ό,τι τους έδωσε.

Ύστερα μας αφήνει ελεύθερους, όχι όμως εγκαταλειμμένους ούτε ξεχασμένους, αλλά αδέσμευτους. Μας αφήνει ελεύθερους να είμαστε ο αληθινός εαυτός μας και ελεύθερους να ενεργούμε ανάλογα.

Όμως, η ώρα του απολογισμού κάποτε θα ‘ρθεί, η ώρα που θα ανακεφαλαιώσουμε ολόκληρη τη ζωή μας. Τι κάναμε με τις δυνατότητες που είχαμε; Γίναμε αυτό που θα μπορούσαμε να γίνουμε;

Αποδώσαμε όλους τους καρπούς που μπορούσαμε να αποδώσουμε; Γιατί άραγε δεν φανήκαμε αντάξιοι της εμπιστοσύνης του Θεού και διαψεύσαμε τις ελπίδες Του; Σ’ αυτά τα ερωτήματα υπάρχουν πολλές παραβολές που δίνουν απάντηση.

Στην παραβολή που τώρα συζητάμε βλέπουμε ότι ο «οκνηρός» δούλος, αντί να εμπορευτεί τα τάλαντα που του δόθηκαν, αντί, δηλαδή, να τα χρησιμοποιήσει και φυσικά, κάνοντας κάτι τέτοιο, να τα διακινδυνεύσει, εκείνος πήρε το μοναδικό του τάλαντο (τη ζωή του, την ύπαρξή του, τον εαυτό του) και «απελθών ώρυξεν εν τη γη και απέκρυψε το αργύριον του Κυρίου αυτού». Γιατί το έκανε αυτό;

Πρώτα απ’ όλα γιατί ήταν δειλός και άνανδρος` φοβόταν να διακινδυνεύσει. Δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει το φόβο μιας απώλειας και τις συνέπειές της, δηλαδή την ευθύνη. Αλλ’ όμως αν δεν ριψοκινδυνεύσεις δεν κερδίζεις.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ