Κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, ένας Επίσκοπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συνεργεία του πονηρού, εξώμοσε και έγινε Μωαμεθανός. Κάποτε, λοιπόν, κατά την εορτή του Μπαϊραμιού, την ώρα που όλοι οι Τούρκοι έτρωγαν και γλεντούσαν, ζήτησαν από τον εξωμόσαντα να τους διακωμωδήσει τα Μυστήρια των Χριστιανών για να γελάσουν. Αυτός, στην αρχή αρνιόταν.

Αφού όμως είδε ότι επέμεναν, πήρε ένα ποτήρι το σήκωσε ψηλά και εκφώνησε μελωδικά το «Πάντων ἡμῶν, μνησθείῃ Κύριος ὁ Θεός…», κάνοντας ταυτόχρονα και την καθιερωμένη περιφορά γύρω από το τραπέζι, όπου οι Τούρκοι κάθονταν και έτρωγαν.

Άφησε το ποτήρι στο τραπέζι, και γύρισε να δει αν διασκέδασαν οι συνδαιτυμόνες του, με αυτό που έκανε…

Όμως τότε διαπίστωσε έκπληκτος, πως, οι Τούρκοι, όχι μόνο δεν γελούσαν, αλλά τον κοιτούσαν έντρομοι! «Ε, βρε!», τους είπε, «εγώ σας το έκανα για να γελάσετε, κι’ εσείς τί με κοιτάτε τώρα σαν χαμένοι;!».

Μετά από λίγη ώρα, ένας από αυτούς, του απάντησε: «Παπά εφέντημ, όση ώρα το έκανες εσύ αυτό, ήσουνα δύο πήχεις πάνω από την γη!».

Ακούγοντας αυτό ο αρνησίχριστος Επίσκοπος εξεπλάγη και, βγαίνοντας έξω, έκλαψε σαν τον Απόστολο Πέτρο πικρά μετανοιωμένος, λέγοντας: «Εγώ αρνήθηκα τον Κύριο, αλλά, Αυτός, δεν με εγκατέλειψε! Η θεία χάρις Του, με σκεπάζει ακόμα!…».

Την ίδια νύχτα κιόλας, αναχώρησε κρυφά για το Άγιον Όρος, όπου έζησε εκεί την υπόλοιπη ζωή του, με μετάνοια και αυταπάρνηση, χωρίς να γνωρίζει κανείς το ποιός ήταν, εκτός από τον Πνευματικό του…

[«Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορειτική Παράδοση», 2ο μέρος «Περιστατικά», §α΄, σελ. 331–332, α΄ έκδοση, Άγιον Όρος 2011.]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ