Γράφει ο Κώστας Παναγόπουλος,

Ούτε αρκεί ένα βρεγμένο μαντήλι που θα το βάλεις προχείρως στο πρόσωπο. Πρέπει να σε βάψει ο Θεός με κάποιο υλικό δικό Του: απερίγραπτο, όμως, υλικό, που ακόμη και όσοι το βαφτήκανε, δεν το έχουν καταλάβει ως σήμερα τι είναι αυτό ακριβώς.

Θα καείς. Θα πεθάνεις. Ούτε στάχτη δε θα μείνει από σένα και μη διανοηθείς τη φωτιά, άμα λείπει η βαφή του Κυρίου σου.

Από τόσον σε βάφει ο Θεός, να! μικρουλάκι. Χαμπάρι δεν παίρνεις εσύ, αλλά Αυτός ολοένα σε βάφει. Σε πηγαίνει στο σχολείο ο Κύριος και σε βάφει με αυτό το υλικό. Σε πηγαίνει μετά στις σπουδές σου, σε όποιες σπουδές έχεις να κάνεις, και πάλι σε βάφει ο Κύριος.

Σε ωριμάζει ο Θεός μέσα στα χρόνια, σε ψήνει, σε πλανάρει με πέτρες και με ξύλα, σε νυμφεύει μετά με μια κοπέλα, και με όλα αυτά της ζωής σου, δεν ξεχνάει ο Θεός να σε βάφει.

Σε βάφει ο Πατέρας σου, παιδί μου, γιατί κάποτε εσύ στη ζωή σου θα μπαίνεις κάθε μέρα στη φωτιά. Θα μπαίνεις και θα βγαίνεις στις φλόγες και θα υπάρχεις πολύ χαριτωμένος. Θα αγγίζεις το σώμα του Κυρίου σου και θα κρατάς στο Ποτήριο το Αίμα Του. Θα κάνεις, εν ολίγοις, πράγματα που ούτε οι ίδιοι οι Άγγελοι δε διανοούνται να τα κάνουνε.

Ε, λοιπόν, θα σου πω την αλήθεια, γιατί, έτσι κι αλλιώς, είσαι κοντά. Γιατί, έτσι κι αλλιώς, το διψάς, το φλογάει η καρδούλα σου, μού φαίνεται.

Ιδού το σεμνό και φοβερό, των συννέφων το επάγγελμα σου:

Σε έβαψε ο Θεός για ιερέα!

Παιδί μου, θα γίνεις παπάς!

ΚΓΠ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ