Ο διορατικός Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

Μία φορά που πήγα στο Μοναστήρι – διηγείται η κ. Μαρία Φούκα-Ρουμπάνη –, εκεί έξω στην αυλή ήταν ο π. Ιάκωβος, και του είπα: «Π. Ιάκωβε, σας παρακαλώ, μπορείτε να κάνετε μία προσευχή για την οικογένεια του αδελφού μου;

Η νύφη μου (η γυναίκα του αδελφού μου) είναι πολύ μακριά διορισμένη και ο αδελφός μου δυσκολεύεται. Είναι μόνος του με το παιδί του. Βοηθάει και η μητέρα μου, αλλά είναι σε μεγάλη ηλικία.

Δεν μπορεί να πάρη μετάθεση να έλθη κοντά στο σπίτι της, στον άντρα της και στο παιδί της, γιατί έχει δικαίωμα για μετάθεση μετά από δύο χρόνια. Αυτή είναι διορισμένη μόνο ένα χρόνο και δεν έχει δικαίωμα για μετάθεση. Τι λέτε εσείς, Γέροντα;»

Και ο π. Ιάκωβος μου λέει: «Καλά, παιδί μου, δεν βλέπεις εδώ τώρα, που είναι δίπλα μας ο όσιος Δαυΐδ και σου λέει να μην στενοχωριέσαι, γιατί η νύφη σου θα έχη από εφέτος δικαίωμα και με ένα χρόνο να ζητήση μετάθεση;

Ο όσιος Δαυΐδ σου λέει τώρα ότι θα πάρη μετάθεση εφέτος η νύφη σου και θα έλθη πιο κοντά στο σπίτι της».

Και πράγματι! Μετά από μερικούς μήνες άλλαξε ο νόμος, και είχαν δικαίωμα οι Δημόσιοι υπάλληλοι και μ’ ένα χρόνο διορισμένοι να πάρουν μετάθεση. Η νύφη μου πήρε μετάθεση και ήλθε πιο κοντά στο σπίτι της! Επαληθεύτηκαν τα λόγια του π. Ιακώβου.

Μία φορά που πήγαινα στο Μοναστήρι του Οσίου Δαυΐδ, μία φίλη μου μου έλεγε τα εξής: «Πηγαίνοντας στο Μοναστήρι, σκέφτηκα κάτι να αγοράσω από την Λίμνη Ευβοίας. Να μην αγοράσω καφέ και ζάχαρη που συνήθως πάνε οι περισσότεροι άνθρωποι ή γλυκά, ν’ αγοράσω κάτι άλλο.

Αγόρασα, λοιπόν, μία τσάντα με σταφύλια. Σκέφτηκα ότι κανείς δεν θα είχε πάει σταφύλια στο Μοναστήρι. Όταν λοιπόν έφτασα στο Μοναστήρι, μπαίνω στην τραπεζαρία για να αφήσω την τσάντα με τα σταφύλια.

Την ώρα εκείνη μέσα στην τραπεζαρία ήταν ο π. Ιάκωβος με άλλους προσκυνητές και έτρωγαν. Τα έχασα, γιατί πάνω στην τραπεζαρία ήταν ένας σωρός σταφύλια που είχαν φέρει και άλλοι προσκυνητές.

Τότε σκέφτηκα πόσο μεγάλο λάθος έκανα που αγόρασα σταφύλια!

Την σκέψη μου αυτή την διάβασε ο π. Ιάκωβος, ο οποίος γύρισε προς τους άλλους και είπε: “Μερικοί άνθρωποι έρχονται εδώ στο Μοναστήρι και φέρνουν κάτι, π.χ. σταφύλια! και στενοχωρούνται, γιατί πριν από αυτούς έφεραν και άλλοι σταφύλια!

Αλλά όσα σταφύλια και να φέρνουν μας χρειάζονται, διότι από εδώ περνάει πολύς κόσμος καθημερινά και χρειάζονται για να τους φιλεύωμε. Τίποτα δεν πάει χαμένο”».

Έτσι η φίλη μου πήρε την απάντησή της από τον Γέροντα, ότι άδικα στενοχωρέθηκε. Το αξιοσημείωτο είναι ότι η φίλη μου κρατούσε την τσάντα με τα σταφύλια κλειστή. Δεν την άνοιξε και κανένας δεν γνώριζε το περιεχόμενο της τσάντας.

Μόνον ο π. Ιάκωβος με το χάρισμα που είχε, είδε το περιεχόμενο της τσάντας και διάβασε την σκέψη της φίλης μου.

Μία κυρία είχε ένα παιδάκι μικρό, που του άρεσε συνεχώς να ψάλλη και να λέη την λέξη “αλληλούϊα”. Όταν κάποτε πήγε στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαυΐδ και την είδε ο π. Ιάκωβος, που την έβλεπε και αυτός για πρώτη φορά και αυτή για πρώτη φορά, της είπε: «Τι κάνει, το παιδάκι σου;

Τι χαριτωμένα που ψάλλει το “αλληλούϊα, αλληλούϊα!”». Η κυρία τα ‘χασε με το χάρισμα του Γέροντα που όλα τα έβλεπε!

Από το βιβλίο: “Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)”. Γ’. Μαρτυρίες, σελ. 192, 194, 196. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» 2016.

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here