Από το Γεροντικό

Ήταν ένας λεγόμενος Αββάς Παμβώ και γι΄ αυτόν αναφέρουν, ότι επί τρία χρόνια παρακαλούσε τον Θεό, λέγοντας: «Μη με δοξάσης πάνω στη γη».
Και τόσο τον δόξασε ο Θεός, ώστε δεν μπορούσε κάποιος να τον ατενίση κατά πρόσωπο, από τη δόξα οπού έλαμπε στην όψη του.

Είπε ο Αββάς Ιωάννης ο Κολοβός, ότι ένας γέροντας πνευματικός έγινε έγκλειστος και έβγαλε μεγάλο όνομα στην πόλι και είχε δόξα πολλή. Και τον ειδοποίησαν: «Κάποιος από τους αγίους βρίσκεται στα στερνά του.

Πήγαινε να τον ασπασθής, πριν κοιμηθή». Και συλλογίσθηκε μέσα του:

«Αν βγω την μέρα, θα τρέξουν γύρω μου οι άνθρωποι και θα μου κάμουν πολλή δόξα και θα χάσω την ειρήνη μου. Θα ξεκινήσω λοιπόν το βράδυ, με το σκοτάδι, ξεφεύγοντάς τους όλους».

Βγήκε λοιπόν, σαν έπεσε το βράδυ, από το κελλί του, επειδή ήθελε να μη τον πάρη είδηση κανείς.

Αλλά να, από τον Θεό στέλνονται κάτω δυο Άγγελοι με φανούς, κάνοντάς του φως. Έτσι όλη η πόλη πρόστρεξε, βλέποντας τη δόξα του. Και όσο νόμιζε ότι απέφευγε τη δόξα, τόσο πιο πολύ δοξάστηκε.

Σ’ αυτό το γεγονός εκπληρώθηκε το ρηθέν: «Πας ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ