Εἶναι ἀπὸ τὰ ἱερότερα κειμήλια τῆς πίστεώς μας: τὰ ἱερὰ λείψανα. Κείτονται μὲς στὶς λειψανοθῆκες ἀκίνητα καὶ σιωπηλά· καὶ ὅμως μᾶς μιλᾶνε. Πῶς;

Μᾶς μιλᾶνε ὅταν εὐωδιάζουν· ὅταν μυροβλύζουν· μᾶς μιλᾶνε μὲ τὴν ἀφθαρσία τους ἢ μὲ τὴν εὐκαμψία τους· ὅταν διατη­ροῦν τὴ θερμοκρασία ζωντανοῦ σώματος· μᾶς μιλᾶνε μὲ τὰ πολλὰ καὶ ποικίλα θαύματα ποὺ ἐπιτελεῖ ἡ θεία χάρις μέσῳ αὐτῶν.

Μᾶς μιλᾶνε· καὶ τί μᾶς λένε; Μᾶς λένε ὅτι ἡ πίστη μας εἶναι ἀληθινή, εἶναι ζωντανή. Δὲν εἶναι θεωρίες καὶ φιλοσοφίες. Διακηρύττουν ὅτι ὑπάρχει Θεός, ποὺ ἐνεργεῖ θαυμάσια καὶ λογικῶς ἀνεξήγητα.

Τὰ ἱερὰ λείψανα μᾶς μιλᾶνε καὶ μᾶς λένε ὅτι ὁ Θεὸς τιμᾶ καὶ δοξάζει πλούσια αὐτοὺς ποὺ ἐφάρμοσαν τὸ θέλημά Του στὴ ζωή τους, ποὺ εὐαρέστησαν ἐνώπιόν Του. Αὐτοί, κατὰ τὴν ὑπόσχεσή Του, δὲν πεθαίνουν: «Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐμὸν τηρήσῃ, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα».

Σᾶς διαβεβαιώνω κατηγορηματικὰ ὅτι, ἂν κανεὶς ἐφαρμόσει στὴ ζωή του τὸν λόγο μου, δὲν θὰ δεῖ ποτὲ τὸν πνευματικὸ καὶ αἰώνιο θάνατο (Ἰω. η´ 51). Ζοῦν καὶ μετὰ τὸν σωματικό τους θάνατο τιμημένοι κοντὰ στὸ Θεό. Καὶ ἔχουν παρρησία ἐνώπιόν Του. Τὸν παρακαλοῦν, κι Ἐκεῖνος τοὺς ἀκούει, ἰδιαιτέρως ἐκείνους, καὶ ἐκπληρώνει τὶς ἐπιθυμίες τους.

Τὰ ἱερὰ λείψανα τῶν Ἁγίων μᾶς λένε ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι πιὸ ζωντανοὶ ἀπὸ τοὺς ζωντανούς. Διότι σ᾿ αὐτοὺς καὶ ὄχι στοὺς ζων­τανοὺς καταφεύγουν οἱ ἄνθρωποι – δὲν περιμένουν ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ­βοήθεια.

Προσεύχονται ἐπιμόνως κοντὰ στὶς λειψανοθῆκες τους, τοὺς λένε τὸν πόνο τους, ἐπικαλοῦνται τὴ βοήθειά τους. Καὶ παίρνουν ἀπάντηση! Θαυματουργικὴ θεραπεία, λύση στὸ πρόβλημα, διέξοδο στὰ ἀδιέξοδα…

Τὰ θαύματα τῶν ἁγίων λειψάνων μᾶς ἀποκαλύπτουν ἕναν ἄλλον κόσμο, οὐράνιο, ποὺ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν παρόντα. Δὲν τελειώνουν ὅλα μὲ τὸν θάνατο. Ὑπάρχει ζωὴ μετὰ τὸν θάνατο. Θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.

Μὴ δεῖς τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου χωρισμένο ἀπὸ τὴν ψυχή του καὶ πεῖς πὼς εἶναι νεκρό, σημειώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος.

Ἀλλὰ ἐκεῖνο πρόσεξε, ὅτι ὑπάρχει σ᾿ αὐτὸ δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ τὴν ψυχή του, ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «πᾶ­σιν ὑπὲρ τῆς ἀναστάσεως ἀπολογου­μένη, δι᾽ ὧν θαυματοποιεῖ»· ­ὑπάρχει δύναμη ἡ ὁ­­­ποία δίνει μαρτυρία σὲ ὅλους γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως μὲ τὰ ὅσα θαυματουργεῖ.

Διότι, συνεχίζει ὁ Ἅγιος, ἂν σὲ νεκρὰ σώματα ποὺ ἔχουν διαλυθεῖ σὲ σκόνη ὁ Θεὸς χάρισε δύναμη μεγαλύτερη ἀπὸ ὅ,τι σὲ ὅλους τοὺς ζωντανούς, πολὺ περισσότερο θὰ τοὺς χαρίσει ζωὴ καλύτερη ἀπὸ τὴν προηγούμενη (ἀπὸ αὐ­τὴν ποὺ ἔζησαν στὴ γῆ) καὶ πιὸ εὐτυχή, κατὰ τὸν καιρὸ ποὺ θὰ στεφανώσει τοὺς ἀθλητὲς τῆς ἀρετῆς (PG 50, 529).

Τὰ ἱερὰ λείψανα μᾶς διδάσκουν ὄχι μό­νο ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὑπάρχει καὶ διάβολος. Τὰ δαιμόνια τρέμουν τὰ ἁγιασμένα αὐτὰ σώματα, οὐρλιάζουν, διαμαρτύρονται καὶ στὸ τέλος ἀποχωροῦν ἀπὸ τοὺς δαιμονισμένους.

Ἡ σκόνη καὶ τὰ ὀστὰ καὶ ἡ τέφρα τῶν ἱερῶν ­λειψάνων, γράφει πάλι ὁ χρυσορρήμων Ἅγιος, κα­ταξεσχίζει τὶς ἀόρατες φύσεις (PG 61, 583).

Τὰ ἱερὰ λείψανα ἀποτελοῦν ἔντονη προ­­­τροπὴ γιὰ πνευματικὸ ἀγώνα.

Εἶναι συγκλονιστικὸ νὰ βλέπει καὶ νὰ ἀσπάζεται κανεὶς ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει ἀπὸ τὸ σῶμα ποὺ ἄθλησε γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ νήστεψε, ποὺ ἀγρύπνησε, ποὺ ἔκανε μετάνοιες, ἐλεημοσύνες, ποὺ κουράστηκε πολὺ σὲ κάθε λογῆς ἄσκηση, ποὺ ὑπέμεινε βασανιστήρια.

Ἂν δεῖ κάποιος τὰ ματωμένα ὅπλα ἑνὸς μαχητῆ, ἀκόμη κι ἂν εἶναι ὁ πιὸ νωθρὸς καὶ δυσκίνητος, ἀμέσως πετάγεται πάνω καὶ ὁρμᾶ στὴ μάχη.

Ἐμεῖς, ποὺ δὲν βλέπουμε ματωμένα ὅπλα, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ματώσει γιὰ τὴν ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη κι ἂν εἴμαστε οἱ πιὸ δειλοί, πῶς δὲν θὰ ἀποκτήσουμε πολλὴ προθυμία, καθὼς αὐτὸ τὸ θέαμα σὰν φλόγα θὰ εἰσέλθει στὴν καρδιά μας καὶ θὰ μᾶς ξεσηκώσει στὸν ἴδιο ἀγώνα (βλ. ­Ἰωάννου Χρυσοστόμου, PG 50, 672);

Τὰ ἱερὰ λείψανα, ὁ μεγάλος αὐτὸς θησαυρός μας, μᾶς λένε ἀκόμη πόσο πολὺ φτωχοὶ θὰ γίνουμε, ἂν δεχθοῦμε τὴν καύση τῶν νεκρῶν.

Τέλος, τὰ ἱερὰ λείψανα ἐλέγχουν τὴ σαρκολατρικὴ ἐποχή μας. ­Διαμαρτύρονται ἔν­τονα ὅτι «τὸ σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλὰ τῷ Κυρίῳ [γιὰ νὰ Τοῦ ἀνήκει ὡς μέλος Του], καὶ ὁ Κύριος τῷ σώματι [γιὰ νὰ κατοικεῖ σ᾿ αὐτό]» (Α´ Κορ. Ϛ´ 13)· διακηρύττουν ὅτι τὸ ἀνθρώπινο σῶμα δὲν εἶναι πλασμένο γιὰ τὴν ἀνηθικότητα, ἀλλὰ γιὰ τὸν Κύριο.

Εἶναι λάθος νὰ τὸ ἀξιολογοῦμε μὲ κριτήριο τὸ μάταιο κάλλος του· νὰ φρον­τίζουμε μόνο νὰ εἶναι ὄμορφο, πράγμα ποὺ συχνὰ γίνεται ἀφορμὴ πειρασμῶν καὶ πτώσεων.

Τὸ σῶμα μας εἶναι πλασμένο γιὰ νὰ ζεῖ τὴ ζωὴ τῆς ἐγκρατείας, γιὰ νὰ ἐργάζεται τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς, νὰ κουράζεται, νὰ ἱδρώνει, νὰ ἀσκεῖται, ὥστε νὰ γίνει ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀμορφιά του, αὐτὴ εἶναι ἡ δόξα του. Αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμός του. Παραδόξως γιὰ τὴν κοι­νὴ ἀνθρώπινη λογικὴ ἡ ζωὴ τῶν σωματικῶν ἡδονῶν τὸ σκοτώνει· ἐνῶ ἡ ζωὴ τοῦ πνεύματος, ποὺ ζεῖ ὁ πιστὸς ἀρνούμενος νὰ ὑποκύψει στὶς κατώτερες ὁρμὲς τοῦ σώματος καὶ στὴν ὑπερβολικὴ περιποίησή του, τὸ ­ὠφελεῖ, τὸ ἁγιάζει· καὶ τὸ ­ἑτοιμάζει γιὰ αἰώνια δό­ξα.

Διότι, ὅταν πεθάνει ὁ πνευματικὸς ἄν­θρωπος, τὸ σῶμα του, ἂν καὶ νεκρό, κρύβει μέσα του σπινθήρα ζωῆς, τὸν ἀρραβώνα τοῦ Πνεύματος, τὴν ἐγγύηση ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ γιὰ νὰ κληρονομήσει ἑνωμένο μὲ τὴν ψυχὴ Βασιλεία οὐρανῶν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ