Παναγιώτη Σωτήρχου

Ἡ ἁγιότητα τῆς Μικρασίας

Βράδυ. Μοῦ τηλεφώνησαν ξαφνικά πώς πρέπει νά μιλήσω σέ μία ἐκδήλωση γιά τήν ἁγιότητα τῆς Μικρασίας. Ἀντιλόγησα πώς δέν εἶμαι ἱστορικός, μήτε θεολόγος. Ἐπέμεναν. Ὑποχώρησα.

Ὄχι ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά ἀπό τήν μνήμη τῆς μάνας μου τῆς Μικρασιάτισσας, ἀπό τά μέρη τῶν Κυδωνιῶν, πού φύτεψε μέσα μου τόν καημό. Κι ἀντί νά πάρω πέννα καί χαρτί νά γράψω, πῆρα μιά φωτογραφία της, σάν μικρό παιδί πού ζητᾶ τήν βοήθεια τῆς μάνας του…

Κοίταξα κάμποση ὥρα τήν φωτογραφία. Κι ἀναλογίστηκα τά μικράτα μου, ὅταν τήν ἔβλεπα νά κάνει τό σταυρό της καί νά λέει «Ἔλα, Χριστέ καί Παναγία», πρίν ἀπό κάθε δουλειά τοῦ σπιτιοῦ. Μπουγάδα στή σκάφη, μαγείρεμα, ράψιμο, καθάρισμα…

Κι ἔλεγα μέσα μου, μέ τό παιδικό μυαλό τῶν ἕξι-ἑφτά χρονῶν: «Δέν προλαβαίνει νά κάνει ὅλες τίς δουλειές μόνη της καί φωνάζει τήν Παναγία νά τήν βοηθήσει». Γιατί εἴμαστε μεγάλη φαμίλια καί φτωχή καί δέν μπορούσαμε νά ἔχουμε παραδουλεύτρα ἤ δούλα, ὅπως τίς λέγανε τότε.

Ἔλα, Χριστέ καί Παναγιά, ἔλεγε κι ἔκανε τό σταυρό της.

Κι ἐγώ μικρός, ἀλλά περίεργος, καθόμουν κοντά στήν πόρτα γιά νά δῶ ἄν θά μπεῖ στό σπίτι μας ἡ Παναγιά, νά βοηθήσει τήν μάνα μου.

Δέν τήν ἔβλεπα ὅμως νά μπαίνει, κι ἔλεγα μέ τό νοῦ μου: «μπορεῖ νά μπαίνει ἀπ’ τήν πόρτα τῆς αὐλῆς καί γι’ αὐτό δέν πῆρα χαμπάρι». Πήγαινα λοιπόν καί στήν αὐλή νά δῶ τήν Παναγιά καί δέν τήν ἔβλεπα ποτέ.

Φαίνεται ὅμως ὅτι τήν ἔβλεπε ἡ φτωχιά καί βασανισμένη μάνα μου, γιατί, σάν τελείωνε τήν μπουγάδα ἤ τό τηγάνισμα στήν κουζίνα, τήν ἄκουγα νά λέει:

– Δόξα νἄχει ὁ Θεός καί ἡ Παναγία, καί ξανάκανε τό σταυρό της.

Βλέπω τήν φωτογραφία της πού διασώζει τήν χαρμολύπη στό βλέμμα καί τήν πίκρα καί τήν κούραση στό βασανισμένο πρόσωπό της.

Ἡρωικό καί ἁγιασμένο βλαστάρι τῆς Μικρασίας τούτη ἡ γυναίκα, μᾶς μιλοῦσε, πολλές φορές μέ δάκρυα, γιά τά εὐλογημένα, τά ἁγιασμένα χώματα τῆς Ἀνατολῆς, ὅπου ζοῦσαν οἱ Ρωμηοί μονιασμένοι καί ἀγαπημένοι, κι ὧρες – ὧρες ἔλεγε τά παλιά τά παραμύθια καί τίς ἱστορίες γιά τόν Κωνσταντῖνο τόν Βασιλέα καί γιά τά θαύματα τῶν Ἁγίων, πού γίνονταν καθημερινά καί σέ κάθε περίσταση, καί τίς πιό πολλές φορές ἔκλαιγε κι ἔψελνε, ὅταν ἔκανε τίς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ, γιατί οἱ Μικρασιάτες δέν ξεχωρίζανε τήν πίστη ἀπ’ τή ζωή τους καί ὁ συχνός ἐκκλησιασμός ἔδενε σάν ἁλυσίδα ὅλες τίς μέρες τῆς ἑβδομάδας.

Κι ἐγώ ἄκουγα βουβός καί μάθαινα μέ τό αὐτί τίς ψαλμωδίες της, πού οἱ πιό πολλές ἦταν γιά τήν Παναγία Θεοτόκο:

– «Ἀπό τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ τό σῶμα, ἀσθενεῖ μου καί ἡ ψυχή. Πρός Σέ καταφεύγω, τήν Κεχαριτωμένην· ἐλπίς ἀπηλπισμένων, Σοί μοι βοήθησον».

– «Δέσποινα καί Μήτηρ τοῦ Λυτρωτοῦ, δέξαι παρακλήσεις ἀναξίων σῶν ἱκετῶν, ἵνα μεσιτεύσῃς πρός τόν ἐκ Σοῦ τεχθέντα. Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου, γενοῦ μεσίτρια».

– «Προστασία τῶν Χριστιανῶν ἀκαταίσχυντε, μεσιτεία πρός τόν Ποιητήν ἀμετάθετε, μή παρίδῃς ἁμαρτωλῶν δεήσεων φωνάς, ἀλλά πρόφθασον ὡς ἀγαθή…».

Ἔκλαιγε, ἔκλαιγε καθημερινά καί πολλές φορές τήν μέρα. Καί θυμᾶμαι μία φορά, πού μέ κοίταξε κλαμένη, μοῦ εἶπε, καθώς τρέχανε χοντρά δάκρυα πάνω στό βασανισμένο της πρόσωπο.

– Ὅποιος ξέρει νά κλαίει, γιόκα μου, ξέρει νά ἐλπίζει…

Μοῦ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση αὐτός ὁ λόγος, καί τόν θυμόμουνα κάθε φορά πού ἔκλαιγα, καί περίμενα μετά τό κλάμα να ’ρθεῖ καί ἐλπίδα.

Ἔτσι ἔμαθα νά περιμένω σέ ὅλη τήν ζωή μου, καί καθώς βλέπω πάλι τούτη τήν φωτογραφία καί λυπᾶμαι, πού ἔζησε τόσο βασανισμένα τούτη ἡ γυναίκα, ἡ μάνα μου, ἔρχεται σάν πουλάκι ὄμορφο ἡ ἐλπίδα καί μοῦ λέγει στ’ αὐτί:

– «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»!

Εἶναι μία ἐλπίδα καί μία λαχτάρα γιά τούτην τήν ἁπλή, τήν καλή γυναίκα, τήν Μικρασιάτισσα, πού τόσο βασανίστηκε ἀπ’ τά παιδικά της ὡς τά ὕστερά της χρόνια, κι εὔχομαι ὁ Θεός νά τήν ἀναπαύσει «ἐν χώρᾳ ζώντων» γιά νά ξεκουραστεῖ καί νά ἡσυχάσει ἀπό τά πολλά της βάσανα»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ