Νέο ἔτος, ἀγαπητοί μου. Πρώτη Ἰανουαρίου, ἑορτὴ τοῦ μεγάλου Βασιλείου!

Ἀλλὰ ποιός εἶνε ὁ μέγας Βασίλειος; Στὸν πολὺ λαό, καὶ ὄχι μόνο στοὺς ἀγράμματους ἀλλὰ καὶ σ᾽ αὐ­τοὺς τοὺς ἐπιστήμονες, εἶνε δυστυχῶς ἄγνωστος. Καὶ ὅμως ὑπῆρξε ἕνας γίγαντας τοῦ πνεύματος, ἕνας σπλαχνικὸς ποι­­μενάρχης μὲ πατρικὴ ἀγάπη, ἀνώτερος ἀ­πὸ τὸν Μυριὴλ ποὺ περιγράφει ὁ Βίκτωρ Οὑ­γκὼ στοὺς «Ἀθλίους», ἕνας ἱερὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, ἕνας φωστήρας τῆς οἰκουμένης.

Ἄγνωστος στὴν Ἑλλάδα – ποιός· ὁ ἅγιος ἐ­κεῖνος ποὺ τίμησε τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ σπούρα­σε καὶ μορφώθηκε στὴν Ἀθήνα, στὸ «κλει­νὸν ἄστυ», κι ὅταν ἔγινε ἐπίσκοπος ποίμανε τὴν ἑλληνικώτατη πόλι τῆς Καισαρείας, μίλησε στὴν ἀθάνατη Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ κήρυ­ξε σ᾽ αὐτὴν μὲ δύναμι ἀνώτερη ἀπὸ τὸν Δημο­σθένη. Ἄγνωστος!

Τὰ συγγράμματά του, γραμ­μένα στὸ πρωτότυπο σὲ τέλεια ἑλληνικά, σήμερα ἔχουν μεταφραστῆ στὶς σπουδαιότερες γλῶσσες τοῦ κόσμου καὶ οἱ ξένοι τὰ μελετοῦν. Στὴν Ἑλλάδα ὅμως ποιός τὰ διαβά­ζει; Κρίμα! οἱ θησαυροὶ αὐτοὶ τῆς Χριστιανικῆς σοφίας μένουν κρυμμένοι – θαμμένοι στὰ βάθη μοναστη­ριῶν καὶ στὰ ῥάφια βιβλιοθη­κῶν.

Ἄγνωστος ὁ μεγάλος αὐτὸς ἅγιος! Γνωστὸς μόνο ἀπὸ τὰ κάλαντα τῆς πρωτοχρονιᾶς ποὺ ψάλλουν τὰ ἀθῷα παιδικὰ χείλη·

«Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται…».

Ἀλλὰ καὶ τὸ τραγούδι αὐτὸ δὲν ἀποδίδει τὴν πραγματικὴ εἰκόνα τοῦ μεγάλου Βασιλείου. Εἶ­νε μᾶλλον, ὅπως τὸ χαρακτηρίζει ὁ ἐθνικός μας ἱστορικὸς Κωνσταντῖνος Παπαρρηγόπου­λος, μιὰ «γελοιογραφία τοῦ μεγάλου ἀνδρός». Γιατὶ τὸν παρουσιάζει σὰν ἕναν ἀ­σπρομάλλη γέροντα.

Ποιόν· ἐκεῖνον ποὺ ἀπὸ τοὺς ὑ­περβο­λικοὺς κόπους γιὰ τὴν Ἐκκλησία –ἄυπνος ἔ­μενε τὴ νύχτα φροντίζοντας γιὰ τὸ ποί­μνιό του– ἔπαθε βλάβη στὴν ὑγεία του καὶ πέθανε φθισικὸς σὲ ἡλικία μόλις 49 ἐτῶν! Γι᾽ αὐτὸ ἡ βυζαντινὴ ἁγιογραφία τὸν εἰκονίζει, σωστά, μὲ μαύρη γενειάδα.

Γιὰ νὰ πάρετε μιὰ ἰδέα τῆς σοφίας τοῦ με­γάλου αὐτοῦ διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας, κάθησα κ᾽ ἔκανα μία μετάφρασι, ἢ μᾶλλον ἐλεύθερη παρά­­φρασι σὲ γλῶσσα ἁπλῆ, ἑνὸς μέρους μιᾶς ὡ­ραίας ὁμιλίας περὶ τῆς ματαιότητος τῆς ἀν­θρώπινης ζωῆς, ποὺ μελετώντας βρῆκα μέσα στοὺς τόμους τῶν ἔργων του (βλ. Ἑ.Π. Migne 31,1713-1722).

Σήμερα, ποὺ πατοῦμε τὸ πρῶ­το σκαλοπάτι τοῦ νέου ἔτους καὶ ζοῦμε οἱ περισσότεροι μὲ ὄνειρα ἐφήμερης εὐτυχίας, ἂς ἀκούσουμε τὸν μεγάλο διδάσκαλο καί, σύμφωνα μὲ τὶς πολύτιμες συμβουλές του, ἂς χα­ράξουμε ἕνα νέο πρόγραμ­μα ζω­ῆς, χριστιανικῆς ζωῆς, γιὰ τὸ νέο ἔτος.

Τότε θὰ εἴμαστε πιὸ ἀσφαλεῖς. Γιατὶ θὰ δοῦ­με καὶ θὰ ζήσουμε μιὰ ζωὴ προσγειωμένη στὴν πραγματικότητα.

Προσέξτε λοιπόν! μᾶς ὁμιλεῖ ὁ μέγας Βασίλειος ὁ «οὐρανοφάντωρ», αὐτὸς δηλαδὴ ποὺ μᾶς ἐξηγεῖ τὰ οὐράνια μυστήρια (μεγαλυν.)

* * *

Ὁ ἄνθρωπος συλλαμβάνεται καὶ μένει στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. Ὡς ἔμβρυο διαμορφώ­­νεται μέσα στὴ μήτρα. Ἐκεῖ πλάθεται ὁ νέος ἄν­θρωπος· κι ὅταν πιὰ φτάσῃ ἡ ὥρα, ἡ μήτρα δὲν τὸν κρατάει οὔτε μία μέρα. Ἀρκετὰ δὲν τὸν φιλοξένησε; Ἀνοίγει λοιπόν, τὸ ἔμ­βρυο γλιστράει, καὶ ἔρχεται στὸν κόσμο ἡ νέα ὕπαρξις.

Αὐτὸς θὰ εἶνε ὁ «πύκτης (δηλαδὴ πυγμάχος) τῆς θλίψεως» (Ἑ.Π. Migne 31,1716Β). Τὸν λέω ἔτσι, γιατὶ σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ συνοδὸ θά ᾽χῃ τὴ θλῖψι, μὲ τὴν ὁποία θὰ χτυπιέται· θὰ τρώῃ καὶ θὰ δί­νῃ γροθιές, ὅπως γρονθοκοποῦνται στὰ ρὶγκ τῶν ἀγώνων δύο πυγμάχοι. Θὰ πολεμᾷ τὴ θλῖψι καὶ θὰ προσπαθῇ νὰ τὴ νικήσῃ.

Γι᾽ αὐ­τὸ τὸν ὠνόμασα «πύκτην τῆς θλίψεως».

Δὲν ἀ­κοῦς; μόλις ὁ ἄνθρωπος βγαίνῃ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του κι ἀναπνέῃ τὸν ἀέρα τῆς γῆς, ἡ πρώτη φωνὴ ποὺ βγάζει εἶνε τὸ κλάμα. Αὐτὸ εἶνε τὸ προμήνυμα τῆς ζωῆς του. Κι ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτὴ φωνὴ μπορεῖς νὰ προμαντέψῃς τὸ μέλλον του. Θὰ ζήσῃ μὲ τὴ θλῖψι καὶ θὰ πεθάνῃ μὲ τὴ θλῖψι. Ἔπεσε στὴ γῆ ὡς βρέφος καὶ δὲν γέλασε· μόλις ἔπεσε, αἰσθάνθηκε πόνο καὶ κλαίει.

Βρέθηκε στὴ θάλασσα τῶν θλίψεων ναυ­αγός. Καὶ νά, τὸ βρέφος κολυμπᾷ στὸ δά­κρυ. Ὅταν φτάσῃ ὁ καιρὸς ν᾽ ἀπογαλακτισθῇ, ἡ μάνα τοῦ κόβει τὸ γάλα, κ᾽ ἐκεῖνο κλαίει ἀπα­ρηγό­ρητο· δὲν ἤθελε νὰ χάσῃ τὸ μαστό.

Μεγαλώνει λίγο, καὶ τὸ νήπιο ἀρχίζει νὰ φοβᾶ­ται τοὺς γο­νεῖς. Φτά­νει σὲ ἡλικία νὰ πάῃ στὸ σχολεῖο, καὶ τότε νέα θλῖψις· ὁ μαθητὴς φοβᾶ­ται τώρα τὸ δάσκαλο, ὁ φό­βος δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἡσυχάσῃ.

Δὲν μελέτη­σε τὸ μάθημα καὶ τιμω­ρήθηκε; νέα δάκρυα. Κι ἀ­φοῦ, ὕστερα ἀπὸ πολλὴ μελέτη καὶ κόπο, ἔ­μα­θε πολλά, προχώ­ρησε στὰ γράμματα, πέτυχε στὶς ἐξετάσεις κ᾽ ἔγινε φοιτητής, ἐπὶ τέλους ἀ­ξι­ώνεται νὰ πάρῃ τὸ πτυχίο του μὲ ἄριστα. Εἶ­νε πιὰ πολίτης. Ἀλλὰ νά νέα θλῖψις· ἡ κλάσι του καλεῖται στὸ στρατό.

Σὰν στρατιώτης πόσες νέες θλίψεις θὰ δοκιμάσῃ! Ἀποστρατεύεται, ῥί­χνεται στὴ βιοπάλη ὥριμος ἄντρας πιά. Ἀγω­νίζεται νὰ χτίσῃ ἕνα μέλλον.

Ἀρχὴ νέων θλίψε­ων· φο­βᾶ­ται τοὺς ἄρχοντες, σὲ κάθε του βῆμα ὑ­ποπτεύ­εται ἐχθρό, προσκολλᾶται στὸ χρῆμα, κυνη­γᾷ τὸ κέρδος, λυσσᾷ γιὰ νὰ κερδίσῃ μία δρα­χμή, ἀδικεῖται καὶ ἀδικεῖ, τρέχει στὰ δικαστήρια πότε κατηγορούμενος καὶ πότε μηνυτής.

Τὴ νύχτα δὲν κοιμᾶται, τὴν ἡμέρα ζῇ σὰν σκλάβος. Σκλαβώθηκε, γιατὶ μονάχος του δημιούργησε τόσες περιττὲς ἀνάγκες, ποὺ τοῦ στέρησαν τὴν ἐλευθερία. Δὲν εἶνε ἐλεύθερος· ἔγινε δοῦλος τῶν ἐπιθυμιῶν του.

Ἄλλοτε πάλι ἀ­φήνει τὸ χρῆμα ἢ καὶ μαζὶ μὲ τὸ χρῆ­μα κυνη­­γᾷ τὴ δόξα. Νέες θλίψεις! Ἀνεβαίνει σὲ μεγα­­λύ­­τερα ἀξιώματα, γίνεται στρατηγός, ἄρ­χον­τας, κυ­βερνήτης, ἀρχηγὸς λαοῦ. Συσσώρευ­σε πλοῦτο καὶ δόξα· ἀναπαύθηκε; Ὄχι. Γιατὶ τώρα, ἀφοῦ ἡ ἡλικία προχώρησε, νά καὶ οἱ πρῶτες ἄσπρες τρίχες στὰ μαλλιά. Λίγα χρόνια ἀ­κόμη κ᾽ ἔφτασαν τὰ γεράματα.

Ἔτσι, πρὶν προφτάσῃ ν᾽ ἀπολαύσῃ ἐκεῖνα γιὰ τὰ ὁποῖα τόσα χρόνια κοπίασε καὶ τόσο ἱ­δρῶτα ἔχυσε, τὸν ἁρπάζει μέσ᾽ ἀπὸ τὰ πλούτη καὶ τὴ δόξα ὁ θάνατος. Καὶ τότε μπορεῖ καν­εὶς νὰ πῇ γι᾽ αὐτόν· «Νά ἕνα πλοῖο βαρυφορ­τωμένο μὲ πολύτιμο φορτίο πού, ἀφοῦ πέρασε πελάγη καὶ ὠκεανούς, τώρα μέσ᾽ στὸ λιμά­νι τῆς εὐτυχίας ναυαγεῖ». Τί ματαιότης! Ὁ θάνατος ξεγελᾷ καὶ περιπαίζει ὅλους ἐκείνους ποὺ ζοῦν μὲ μάταιες ἐλπίδες.

Τέτοιος εἶνε ὁ βίος τῶν ἀνθρώπων· θάλασσα, ποὺ ἄλλοτε ἔχει γαλήνη κι ἄλλοτε τρικυμία· ἄνεμος, ποὺ φυσᾷ ὄχι ἀπὸ μιὰ μεριὰ ἀλ­λὰ ἀπ᾽ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος· ὄνειρο, ποὺ δὲν πραγματοποιεῖται· ῥεῦμα ποταμοῦ, ποὺ ὅ­λο τρέχει καὶ πίσω δὲν γυρνᾷ· καπνός, ποὺ διαλύεται καὶ χάνεται· σκιά, ποὺ τὴν κυνηγᾷς μὰ δὲν μπορεῖς νὰ τὴν πιάσῃς.

Πέλαγος ἡ ζωή μας, ποὺ δὲν ἡσυχάζει ἀπὸ ἀφρισμένα ἄ­γρια κύματα. Τὸ πλοῖο μας ταξιδεύει. Τὸ ταξίδι εἶνε πολὺ ἐπικίνδυ­νο, ἡ ζά­λη φο­βερή. Οἱ ἐπιβάτες, ἐμεῖς δηλαδή, δὲν προσέ­χου­με, ἀμελοῦμε· νομίζουμε πὼς εἴ­μαστε ἀ­σφαλεῖς καὶ κοιμόμαστε. Οἱ θλίψεις μοιάζουν μὲ κύματα ποὺ χτυποῦν μὲ μανία τὰ πλευ­ρὰ τοῦ σκάφους.

Ἄνθρωποι πού, ἐνῷ εἶνε ἐχθροί, ὑποκρίνονται τὸ φίλο, μοιάζουν μὲ ὑφάλους, βράχους δηλαδὴ κρυμμένους λίγες πιθαμὲς κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ, ποὺ ἐ­πει­δὴ δὲν φαίνον­­ται προκαλοῦν ναυάγια.

Οἱ ἅρπαγες –(ἐδῶ ὁ μέγας Βασίλειος, ἂν ζοῦ­σε στὴν ἐποχή μας, ἀντὶ «ἅρπαγες» θά ᾽λεγε «οἱ ἄνθρωποι τῆς μαύ­ρης ἀγορᾶς, οἱ λῃ­στές, οἱ γύπες ποὺ ζητοῦν νὰ τραφοῦν μὲ τὶς σάρκες μας»)–, οἱ ἅρπαγες λοι­πὸν μοιά­ζουν μὲ τοὺς πειρατὲς τῆς θαλάσσης, ποὺ περιμένουν τὸ πλοῖο γιὰ νὰ τὸ λῃστέψουν. Τὰ γεράματα μοιάζουν μὲ τὴν κακοκαιρία, καὶ τέλος ὁ θάνατος μοιάζει μὲ τὸ ναυάγιο.

Ἄνθρωπε, πρόσεχε! Εἶσαι πλοίαρχος στὴ ζωή. Βλέπεις τὴ φουρτούνα, τὰ κύμα­τα, τὴ ζάλη, τοὺς ὑφάλους, τοὺς πειρα­τές; Πρόσ­ε­χε πῶς ταξιδεύεις. Ὁ φόβος εἶνε, μήπως τὸ πλοῖο σου γεμίσῃ ἀπὸ νερὰ κι ἀπὸ ἄχρηστο φορτίο.

Ἄ­χρηστο φορτίο εἶνε τὰ πολλὰ χρήματα ἤ –γιὰ νὰ τὸ ποῦμε πιὸ σωστά– ἡ φιλαρ­γυρία σου, ἡ πλεονεξία σου, τὰ πάθη σου. Αὐ­τὰ θὰ φέρουν τὸ ναυάγιο. Ἄδειασε τὸ πλοῖο σου ἀπ᾽ αὐτά.

Γέμισέ το μὲ πολύτιμο φορτίο. Πλοῦτος, θησαυρὸς ποὺ δὲν κλέβεται, δὲν χάνεται, δὲν ὑ­πο­τιμᾶται, εἶνε ἡ εὐσέβεια. Ἄκου τί λέει ὁ ἀ­πό­στολος Παῦλος· «Ἄριστος τρόπος νὰ ἐξασφαλίσουμε τὰ ἀπαραίτητα εἶνε ἡ εὐσέβεια καὶ νά ᾽μαστε συγχρόνως ὀλιγαρκεῖς.

Γιατὶ ἀφοῦ τίποτα δὲν φέραμε μαζί μας ὅταν ἤρθαμε στὸν κόσμο, τίπο­­τα βέβαια δὲν θὰ πάρουμε μαζί μας καὶ φεύγοντας. Ἂν λοιπὸν ἔχουμε κάτι νὰ φᾶμε καὶ κάτι νὰ ντυθοῦμε, αὐτὰ θὰ μᾶς εἶνε ἀρκετά» (Α΄ Τιμ. 6, 6-7).

Τὸ πρόγραμμά μας λοιπὸν ποιό θὰ εἶνε; Ν᾽ ἀποφεύγουμε τὰ περιττὰ ὡς ἄχρηστα, καὶ νὰ περιοριζώμαστε στὰ ἀναγκαῖα. «῾Ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶνε ἡ φιλαργυρία» (ἔ.ἀ. 6,10).

* * *

Αὐτὰ λέει ὁ μέγας Βασίλειος. Καὶ ποιός τώρα δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ τὶς σοφὲς συμβουλές του;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ