Το Ευαγγέλιο της Κυριακής, (ΙΔ’ Ματθαίου).

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ. καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι· πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Μετάφραση :
Καί είπε ο Κύριος την παραβολή αυτή : «Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει με ένα βασιλέα, ο οποίος επρόκειτο να κάνει τους γάμους του υιού του.

Και έστειλε τους δούλους του να καλέσουν τους καλεσμένους εις τους γάμους, αλλ’ αυτοί δεν ήθελαν να έλθουν.

Πάλιν έστειλε άλλους δούλους με την εντολή, «Να πείτε εις τους καλεσμένους : ετοίμασα το γεύμα μου΄ οι ταύροι και τα μανάρια έχουν σφαγεί και όλα είναι έτοιμα.

Ελάτε εις τους γάμους». Αυτοί όμως τους αγνόησαν και έφυγαν, ο ένας εις το χωράφι του, άλλος εις το εμπόριον του.

Οι λοιποί, αφού συνέλαβαν τους δούλους του, τους εκακοποίησαν και τους σκότωσαν. Και ο βασιλιάς εκείνος, όταν το άκουσε, οργίσθηκε και έστειλε τον στρατό του και τους εξολόθρευσε τους φονιάδες εκείνους και έκαψε την πόλη τους.

Τότε λέγει εις τους δούλους του, «Ο μεν γάμος είναι έτοιμος, οι καλεσμένοι όμως δεν ήσαν άξιοι.

Πηγαίνετε λοιπόν εις τα σταυροδρόμια και όσους βρείτε, καλέστε τους εις τους γάμους». Και οι δούλοι βγήκαν στους δρόμους, μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς, και εγέμισε η αίθουσα του γάμου από φιλοξενούμενους.

Όταν δε μπήκε ο βασιλεύς να δει τους φιλοξενούμενους, είδε εκεί έναν, ο οποίος δεν είχε ένδυμα γάμου, και του λέγει, «Φίλε, πώς μπήκες εδώ χωρίς να έχεις ένδυμα γάμου;», αυτός δε έμεινε βουβός.

Τότε είπε ο βασιλεύς στους υπηρέτες, «Αφού του δέσετε τα πόδια και τα χέρια, σηκώστε τον και ρίξτε τον έξω εις στο σκοτάδι΄ εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών». Διότι πολλοί είναι οι καλεσμένοι, ολίγοι όμως είναι οι εκλεκτοί » .

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ