Ὅταν ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης ἔμαθε γιὰ τὸν θάνατο τοῦ Μάρκου Μπότσαρη, ἀξίωσε νὰ τὸν σηκώσουν (ἦταν ἄρρωστος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του), γιὰ νὰ τὸν πᾶνε στὸ Ναὸ νὰ τὸν προσκυνήσει, μόλις τὸν φέρανε καὶ τὸν αποθέσανε, (33 ἐτών ο Μάρκος), ἐκεῖ στὸ μοναστήρι τοῦ Προυσού ποὺ εἶχαν σταματήσει γιὰ λίγο, ὁδεύοντας πρὸς τὸ Μεσολόγγι.

Μὲ λυγμοὺς ὁ Γ.Καραϊσκάκης σωριάστηκε πάνω στὸ λείψανο τοῦ Μάρκου, λέγοντας: “Άμποτες, ἥρωα Μάρκο, κι ἐγὼ ἀπὸ τέτοιο θάνατο νὰ πάω”.

Ὅταν τὸν γύρισαν στὸ κελί του νὰ ξαναπλαγιάσει, ὁ Καραϊσκάκης, μὲ δάκρυα στὰ μάτια εἶπε στοὺς Σουλιώτες ποὺ συνόδευαν τὸν ἥρωα: “Ὁ Μάρκος ἤτανε τρανός.

Εἶχε νοῦ ποὺ δὲν εἶχε ἄλλος.

Εἶχε καρδιὰ λιονταριοῦ.

Καὶ γνώμη δίκαιη, σὰν τοῦ Χριστοῦ.

Οὔτε στὸ δάκτυλό του δὲν τόν φτάνουμε.

Σὰν τὸν Μάρκο ἥρωα, μάνα δὲ ξαναγεννάει”.

Γιὰ νὰ γνωρίζουμε ἀπὸ τί προπάτορες προερχόμαστε!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ