Γέροντα, μήπως είδες καμιά φορά στην προσευχήν τον Χριστό;

— Βρε παιδί μου, όποιος δεν βλέπει στην προσευχή με τα μάτια της ψυχής τον Χριστό αυτός δεν έμαθε να προσεύχεται.

–Εντάξει αυτό το καταλαβαίνω όμως εννοώ αν είδες και με τα μάτια του σώματος ποτέ τον Κύριο.

–Αχ νάξερες τι είναι να δεις τον Χριστό με τα μάτια! Μόλις τον βλέπεις μέσα σου γεμίζεις με μία απερίγραπτη χαρά. Όμως σε καταλαμβάνει κι ένα ασυγκράτητο δέος ώστε αυθόρμητα λυγίζουν τα πόδια πέφτεις μπροστά του μπρούμυτα και με ασταμάτητους λυγμούς μένεις εκστατικός. Εκεί τι να πεις΄ παρουσία Θεού. Μόνο θαυμάζεις, συντρίβεσαι και κλαις ασταμάτητα.

Εν προκειμένω εμμέσως αλλά πολύ σαφώς αποκαλύπτει μια άλλη πνευματική εμπειρία. Αυτό το διευκρινίζει κατόπιν σαφέστατα ύστερα από μια άλλην “πονηρήν”ερώτηση του ιδίου.

–Ναι Γέροντα αλλά διαβάζουμε και ακούμε ότι πολλοί πλανήθηκαν με δαιμονικές φαντασίες νομίζοντας ότι βλέπουν τον Χριστό.

–Μωρέ τέτοιους πλανεμένους αρκετούς εγνώρισα. Και το χειρότερο είναι ότι δεν μπορείς να τους βγάλεις από την πλάνη.

–Μα, πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι πράγματι είναι πλάνη;

–Αυτό και ένας αρχάριος το καταλαβαίνει. Πρώτα από τη μορφή τους. Το πρόσωπό τους είναι αγριεμένο. Εσωτερικά είναι γεμάτοι σύγχυση και ταραχή. Τόσον πολύ σκληρύνονται που για χρόνια ολόκληρα δεν ξέρουν τι είναι τα δάκρυα.

–Έτσι είναι να αγαπάς τον Χριστό; Έτσι είναι να δεις έστω για λίγο εκείνο το γλυκύτατο πρόσωπό του; Μωρέ όχι μια μέρα και δυο τρεις μήνες δεν μπορούσα να σταματήσω τα δάκρυα. Ο γλυκύτατος πόθος σε κατακαίει. Όσο και να θέλεις δεν μπορείς να βαστάξεις τον εαυτό σου. Μετά τους τρεις μήνες λιγόστεψαν τα δάκρυα αλλά η μνήμη δεν εξαλείφεται”.

Από το βιβλίο: ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ
Ο απλοϊκός ηγούμενος και διδάσκαλος της νοεράς προσευχής, Ιωσήφ Μ. Δ. σελ. 135-36

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ