Διηγούνται πως μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε κάποιος του οποίου η ψυχή ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όταν πέθανε, όλοι υπέθεσαν ότι θα πήγαινε κατ’ ευθείαν στον Παράδεισο, αφού θεώρησαν ότι ήταν η μόνη επιλογή για έναν καλό άνθρωπο σαν κι αυτόν.

Και πράγματι εκεί πήγε. Εκείνο τον καιρό όμως, ο Παράδεισος δεν ήταν καθόλου οργανωμένος και δεν λειτουργούσε στη εντέλεια. Η γραμματεία ήταν ανεπαρκής, και η κοπέλα που τον υποδέχτηκε έριξε μια βιαστική ματιά στην λίστα με τα ονόματα που είχε μπροστά της.

Δεν βρήκε το όνομα αυτού του ανθρώπου, οπότε τον έστειλε κατευθείαν στην Κόλαση. Στην κόλαση δεν υπήρχε κανένας στην είσοδο για να ελέγχει όσους έμπαιναν. Έτσι ο άνθρωπός μας μπήκε και παρέμεινε στην Κόλαση.

Μερικές μέρες αργότερα, ο Εωσφόρος γεμάτος νεύρα και θυμό στάθηκε στις πύλες του Παραδείσου και ζητούσε εξηγήσεις με φωνές.

– Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο! ούρλιαζε. Στείλατε αυτόν τον άνθρωπο κάτω στην Κόλαση, και αυτός με υπονομεύει διαρκώς! Από την αρχή που ήρθε, ενδιαφερόταν για τους άλλους ανθρώπους, τους άκουγε και τους μιλούσε με αγάπη.

Η κατάσταση έχει αλλάξει στην Κόλαση.

Τώρα όλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα συναισθήματά τους, αγκαλιάζονται και ενδιαφέρονται για τον άλλον.

Όμως στην Κόλαση δεν πρέπει να είναι έτσι!

Πάρτε τον πίσω στον Παράδεισο!

Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι λένε: «Ζήσε τη ζωή σου με τόση αγάπη στην καρδιά σου, ώστε ακόμα και αν σε στείλουν κατά λάθος στην κόλαση, ο ίδιος ο διάβολος να σε επιστρέψει στον Παράδεισο».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ