Απολυτίκιο - Ανάσταση του Λαζάρου - Του Ιεροψάλτη Δημητρίου Παπαγιαννόπουλου

Δοξαστικὸν τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης (ψάλλεται Μεγάλη Τρίτη βράδυ στους Ναούς)

Ποίημα Κασσιανῆς Μοναχῆς. Ἦχος πλάγιος του Τετάρτου.

«Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νὺξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὓδωρ• κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει. Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις• ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινὸν κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φὸβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους τὶς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μὴ με τὴν σὴν δούλην παρίδης, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος».

***

Κύριε, ἡ γυναῖκα ποὺ ἔπεσε σὲ πολλὲς ἁμαρτίες, ἀφοῦ συναισθάνθηκε τὴ Θεότητά σου, ἀναλαμβάνει τάξη (ἔργο) μυροφόρου καί, κλαίοντας, σοῦ προσφέρει μύρα πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ σου. Ἀλίμονο σὲ μένα, λέγουσα, ὅτι ζῶ σὲ μιὰ νύχτα ζοφερὴ καὶ ἀσέληνη, ὅτι μὲ τρυπᾶ τὸ κεντρὶ τῆς ἀκολασίας, μὲ πνίγει ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας. Δέξε, Κύριε, τὶς πηγὲς τῶν δακρύων μου, ἐσὺ ποὺ ἀνυψώνεις σὲ νεφέλες τὸ θαλάσσιο ὕδωρ. Λύγισε πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδιᾶς μου, ἐσὺ ποὺ μὲ τὴν ἄφατή σου κένωση (ταπείνωση), ἔκανες ν’ ἀνοίξουν οἱ οὐρανοὶ (γιὰ νὰ κατέβεις στὴ γῆ). Θὰ γεμίσω τὰ ἄχραντα πόδια σου μὲ φιλιά, κατόπιν θὰ τὰ σκουπίσω μὲ τὶς κυματοειδεῖς τρίχες τῆς κεφαλῆς μου (τὰ πόδια σου). Τὸν κρότο τῶν ὁποίων ἡ Εὔα, ἀφοῦ ἄκουσε τὸ δειλινὸ στὸν παράδεισο, ἀπὸ τὸ φόβο της κρύφτηκε. Τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ τὶς ἀβύσσους τῶν κρίσεών σου, ποιὸς μπορεῖ νὰ ἐξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σωτῆρα μου; Μή με τὴ δούλη σου παραβλέψεις, ἐσὺ ποὺ ἔχεις ἀμέτρητο ἔλεος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ