«Μιά μοναχή, όνόματι Μάρθα, ήταν εκκλησάρισσα σ’ ένα μοναστήρι. Επειδή πλησίαζε τό πανηγύρι οι πέντε-έξι μέρες, είπε ή Γερόντισσα:

—Εσείς πέντε μαζί μέ τήν υπεύθυνη εκκλησάρισσα θά πάτε νά καθαρίσετε όλο τό Ναό. Θά έρθει τό άπόγευμα νά δώ τήν εργασία σας.

Έφυγε ή Γερόντισσα καί ή εκκλησάρισσα μαζί με τις άλλες μοναχές άρχισαν τήν καθαριότητα. Ήρθαν καί οί άλλες. Σέ πέντε λεπτά, ή μία “μέ ποναει το στομάχι”, ή άλλη “μέ πονάει τό πόδι”, ή άλλη “με πονάει τό κεφάλι”, ή άλλη “μέ πονάει τό δόντι έφυγαν άλλες… κι έμεινε μόνη.

Σέ δυό ώρες είχε γίνει πτώμα άπ’ τήν κούρασι, ειδικότερα δέ επειδή θέλησε νά καθαρίση τό μεγάλο προσκυνητάρι του ναού

Πάει, λοιπόν, μπροστά στήν εικόνα τής Παναγιάς πού ήταν ένθρονη, μέ τόν Κύριο καθιστά Της καί τής λέει:

—Παναγία μου, άλλο δεν μπορώ… καί ώπ, σωριάσθηκε κάτω, χωρίς όμως, νά χάση τίς αισθήσεις της.Καί, ώ του θαύματος! Τί βλέπει;

Τήν Παναγία νά ξεκολλάη άπ’ τό εικόνισμα, νά εναποθέτει τό θείο Βρέφος Της στό θρόνο τού Ναού, νά πηγαίνη κοντά της, νά παίρνει τό ξεσκονόπανο καί τή σκούπα… και μέσα σ’ ένα λεπτό όλος ό Ναός άστραπτε, λαμποκοπούσε!!!

Στό τέλος, τήν άκουμπάει στό μέτωπο. Τό είδε! Τό ένιωσε τό θείο Της χέρι… (ΑΙΣΘΗΣΙ, ΑΙΣΘΗΣΙ, ΑΙΣΘΗΣΙ!..) και ξαναγύρισε στό εικόνισμα τού προσκυνηταρίου μαζί μέ τό Θείου Βρέφος Της, όπως πρώτα. Ή θεία Της παρουσία ήταν στις κανονικές διαστάσεις, ολόσωμη, ύπέρφωτη, ολόλαμπρη, ήλιόμορφη, Μητροπαρθενική.

Ή μοναχή Μάρθα πλημμύρισε από θερμότητα και ανείπωτη ευτυχία. Άφωνη άπ’ τήν κατάπληξι, το θαυμασμό και το δέος παρέμεινε αρκετά λεπτά ακίνητη, ύστερα, όμως, σηκώθηκε τελείως ανάλαφρη.

Ή παράξενη και πανευφρόσυνη θερμότητα τήν οποία ένιωσε και ειδικά στο μέτωπό της ήταν πέρα από κάθε περιγραφή. Ό δε ιερός Ναός άστραπτε, σαν νά τόν είχαν περάσει εκατό μαζί γυαλιστικές αλοιφές.

Και ενώ ή μοναχή Μάρθα ήταν γονατιστή και ευχαριστούσε τήν Παναγία γιά τή θαυματουργική Της εμφάνιση και βοήθεια, συμπτωματικά μπαίνει εκείνη ι ή στιγμή ή Γερόντισσα στο Ναό. (“Συμπτωματικά”; Νά βάλουμε ένα ερωτηματικό!) Κοίταζε έκπληκτη το Ναό, πού λαμποκοπούσε, και άναφώνησε:

—Τί είναι αυτό; Πώς το έκανες; Μόνη σου; Ή εσύ είσαι όνομα και πράγμα “Μάρθα” ή αυτό είναι θαύμα της Παναγίας!

Και στην επιμονή της Γερόντισσας, εκείνη πολύ ταπεινά και συντετριμμένη ομολόγησε όσα συνέβησαν.

—Πώ! πώ!.. το Χέρι της Ύπεραγίας Θεοτόκου στο μέτωπό σου! Κοίταξε τώρα νά μή χάσης ποτέ τή θεία αυτή δωρεά, τήν όποια αλλοίμονο! έχασαν οί άλλες μέ τις ψευτοαδιαθεσίες και τήν ανυπακοή τους».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ : ΚΑΛΟΙ ΛΙΜΕΝΕΣ ΑΡΧΙΜ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΩΣΤΩΦ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ